... Στην αφετηρία...
Το
διήγημα του Λουίτζι Πιραντέλλο «Το
πιθάρι»
είναι μια κωμική ιστορία που γράφτηκε
το 1917,
διαδραματίζεται σε κάποια επαρχία του
ιταλικού νότου κι
αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα του
σατιρικού ρεαλισμού του Ιταλού συγγραφέα.
Πρόκειται για την αντιπαράθεση δύο
εκκεντρικών και αδιάλλακτων τύπων, που
εκπροσωπούν δύο διαφορετικούς κόσμους.
Από τη μια είναι ο πεισματάρης, δικομανής
γαιοκτήμονας, ο Δον Λολό Τζιράφα. Αυτός
παραγγέλνει ένα μεγάλο πιθάρι για την
αποθήκευση του λαδιού κι όταν αυτό σπάει
μυστηριωδώς ζητά τη βοήθεια ενός μάστορα,
του μπαρμπα - Ντίμα, για να το ξανακολλήσει.
Από την άλλη είναι ο μπαρμπα - Ντίμα,
εξίσου πεισματάρης κι αυτός, ένας λαϊκός
τύπος, που
εξαιτίας της στενοκεφαλιάς του ιδιότροπου
γαιοκτήμονα, βρίσκεται σε αδιέξοδο,
όταν, στην προσπάθειά του να κολλήσει
το πιθάρι, εγκλωβίζεται μέσα του. Ο Δον
Λολό αρνείται να το σπάσει για να τον
ελευθερώσει κι άρχίζει ένα πανηγύρι
του παραλόγου, όταν ο μπαρμπα - Ντίμα
δηλώνει ότι θα ζήσει μέσα στο πιθάρι.
Μετατρέποντας ο λαϊκός μάστορας τον
εγκλεισμό του σε γλέντι, ένα γλέντι που
παραπέμπει σε καταστάσεις αρχαίας
κωμωδίας, ανατρέπει τους όρους του
παιχνιδιού της
ισχύος
και αναγκάζει τον εξαγριωμένο κτηματία
να υποταχτεί στη σοφία της κοινής
λογικής. Άλλωστε,
οι «σοφοί ένοικοι»
πιθαριών δεν είναι ασυνήθιστο θέμα για
τον μεσογειακό νότο και τα «υλικά» του
Πιραντέλλο οικεία και αναγνωρίσιμα στα
καθ' ημάς.
✲
Μεγάλη σοδιά στις ελιές και τούτη τη χρονιά. Τα λιόδεντρα, φορτωμένα, τον προηγούμενο χρόνο, κατάφεραν και πάλι να δέσουν όλους τους καρπούς, μ' όλη την ομίχλη που τα χτύπησε πάνω στην ανθοφορία.
Ο Τζιράφα είχε μια γενναία μερίδα στο αγρόκτημά του στο Κουότε α Πριμοζόλε, και προβλέποντας πως δε θα έφταναν τα πέντε πήλινα σμαλτωμένα πιθάρια που βρίσκονταν στην αποθήκη, παράγγειλε έγκαιρα ένα έκτο στον Άγιο Στέφανο του Καμάστρα, όπου θα το κατασκεύαζαν, πιο μεγάλο και πιο ευρύχωρο, ψηλό ίσαμε το ανθρώπινο στήθος, κοιλαράδικο και τεράστιο και θα έμοιαζε με αρχηγό των άλλων πέντε.
Ας μην ξεχνάμε, πως είχε καυγαδίσει ακόμα και με τον καμινά εκεί κάτω γι' αυτό το πιθάρι. Μα και με ποιον δε θα τα 'βαζε ο ντον Λολό Τζιράφα; Με όλους και για το τίποτα, ακόμα και για ένα πετραδάκι που 'πεφτε από τον τοίχο της μάντρας, και για ένα άχυρο της ψάθας ξεφώνιζε πως θα σελώσει το μουλάρι και θα τρέξει στην πόλη, για να κάνει μήνυση. Έτσι, με τα διάφορα χαρτοσημασμένα έγγραφα και τις αμοιβές των δικηγόρων, μηνύοντας πότε τον ένα και πότε τον άλλον και πληρώνοντας πάντα τα έξοδα για όλους, είχε σχεδόν καταστραφεί.
Λέγανε, ότι ο νομικός του σύμβουλος, κουρασμένος πια να τον βλέπει τριγύρω του, του 'χε κάνει δώρο ένα βιβλιαράκι, κάτι σαν τη σύνοψη, τον κώδικα, για να σπαζοκεφαλάει ο ίδιος και να βρίσκει τη νομική βάση για τις δίκες που ήθελε να κινήσει.
Αμέσως, όλοι όσοι νταραβεριζόντουσαν μαζί του, παίρνοντάς τον στο ψιλό, του φώναζαν:
- Σέλλωσε το μουλάρι.
Ή αντίθετα:
- Συμβουλέψου το κιτάπι!
Κι ο ντον Λολό απαντούσε:
- Και βέβαια και θα σας κάψω όλους βρωμόσκυλα!
Αυτό το καινούριο πιθάρι, πληρωμένο τέσσερις κουδουνιστές και χοροπηδηχτές όντζες στεκότανε παρατημένο προσωρινά στο πατητήρι, περιμένοντας να πάρει τη θέση του στην αποθήκη. Τέτοιο πιθάρι δεν το 'χαν ξαναδεί ποτέ. Βαλμένο σ' εκείνο το μουχλιασμένο απ' το μούστο άντρο και με τη διαπεραστική μυρουδιά που φώλιαζε στους ανήλιαγους και χωρίς αέρα χώρους, σου προκαλούσε λύπη.
Εδώ και δυο μέρες είχαν αρχίσει το ράβδισμα της ελιάς, κι ο ντον Λολό ήτανε στις μεγάλες του φούριες γιατί, ανάμεσα στους ραβδιστές και στους μουλαράδες, όσους είχαν έρθει με τα φορτωμένα με κοπριές μουλάρια, για να τις απιθώσουν στην πλαγιά για τα κουκιά της καινούριας χρονιάς, δεν ήξερε με ποιον να πρωτοτσακωθεί και σε ποιον να χιμήξει. Περιοριζότανε, λοιπόν, ν' απειλεί σαν Τούρκος με κάψιμο τούτους και κείνους, αν μια ελιά, που ήταν βέβαια μια ελιά που 'λειπε, σάμπως να τις είχε από πριν μετρήσει μια μια πάνω στα δέντρα, ή αν κάθε σωρός κοπριάς δεν ήταν ίδιος με τους άλλους. Με μια άσπρη καπελαδούρα, μ' ανασηκωμένα τα μανίκια, ξεστηθιασμένος, με ξαναμένο πρόσωπο και στάζοντας ολόκληρος από τον ιδρώτα, έτρεχε 'δω κ' εκεί, στριφογυρίζοντας μάτια λύκου, τρίβοντας με μανία τα ξυρισμένα του μάγουλα, όπου τα γένια ξαναφύτρωναν σχεδόν αμέσως μετά το ξύσιμο του ξυραφιού.
Tώρα στο τέλος της τρίτης μέρας, τρεις από τους χωρικούς που είχαν ραβδίσει, μπαίνοντας στο πατητήρι, για να βάλουν τις σκάλες και τα καλάμια, απόμειναν κόκαλο να κοιτάζουν εκείνο τ' όμορφο καινούριο πιθάρι, σπασμένο στα δυο, σαν κάποιος μ' ένα ίσιο κόψιμο να 'χε χωρίσει στα δύο όλο το μπροστινό μέρος, κόβοντας το φάρδος της κοιλιάς.
- Δέστε! Δέστε!
- Μα ποιος ήταν;
- Ω, μάνα μου! Ποιος ακούει τώρα τον ντον Λολό! Το καινούριο πιθάρι σπασμένο!
Ο πρώτος, πιο φοβισμένος απ' όλους, πρότεινε να ξανακλείσουν αμέσως την πόρτα, να φύγουν σιγά - σιγά αφήνοντας έξω τις σκάλες και τα καλάμια ακουμπισμένα στον τοίχο. Αλλά ο δεύτερος είπε:
- Τρελαθήκατε; Με τον ντον Λολό; Είναι ικανός να πιστέψει πως του το σπάσαμε εμείς. Κάτσετε κει όλοι.
Βγήκε μπροστά στο πατητήρι και, βάζοντας τις παλάμες του γύρω από το στόμα, φώναξε:
- Ντον Λολό! Ε! Ντον Λολό!
Σαν ήρθε κ' είδε την καταστροφή, φάνηκε πως θα τρελαινότανε.
Ρίχτηκε πρώτα πάνω στους τρεις, άρπαξε έναν από το λαιμό, τον κόλλησε στον τοίχο και ξεφώνισε:
- Παναγιά μου, θα μου το πληρώσετε!
Αρπαγμένος κι ο ίδιος με τη σειρά του από τους δυο άλλους με τις ζωώδεις χωμάτινες φάτσες, πέταξε βίαια την καπελαδούρα στη γη, τραβολογούσε τα μάγουλά του, βρόντηξε τα πόδια του κάτω, στρέφοντας πάνω του τη μανιασμένη του λύσσα, στριγγλίζοντας με τέτοιο τρόπο, σαν να θρηνούσε πεθαμένο συγγενή.
- Το καινούριο πιθάρι! Ένα πιθάρι που κάνει τέσσερις όντζες! Αχρησιμοποίητο ακόμα!
Ήθελε να μάθει ποιος τού το' χε σπάσει. Μπορούσε να σπάσει μόνο του; Κάποιος πρέπει να το 'σπασε με δύναμη από ατιμία ή μίσος. Μα πότε; Πώς; Δε φαινότανε ίχνος βιαιότητας. Μήπως έφτασε σπασμένο από το εργοστάσιο; Μα πώς; Ηχούσε σαν καμπάνα!
Μόλις οι χωρικοί είδαν πως είχε καταλαγιάσει η πρώτη λύσσα, άρχισαν να τον συμβουλεύουν να ηρεμήσει. Το πιθάρι μπορούσε να γιατρευτεί. Άλλωστε, δεν ήταν και τελείως σπασμένο. Ένα κομμάτι μόνο. Ένας καλός κολλητής θα μπορούσε να το ξανακάνει καινούριο. Αυτός ακριβώς ήταν ο Τζη Ντίμα Λικάζι που 'χε ανακαλύψει μια θαυματουργή κόλλα και κρατούσε ζηλότυπα το μυστικό, μια κόλλα που άντεχε ακόμα και σε σφυριές. Να, λοιπόν, αν ο ντον Λολό ήθελε, αύριο με το σκάσιμο της αυγής ο Τζη Ντίμα Λικάζι θα 'ταν εκεί, κι οχτώ με οχτώ και τέταρτο το πιθάρι καλύτερο από πρώτα.
Ο ντον Λολό έλεγε όχι σ' αυτές τις συμβουλές: όλα ήταν μάταια, δεν υπήρχε πια γιατρειά. Μα στο τέλος πείστηκε, κι αμέσως την άλλη μέρα, ακριβώς την αυγή, εμφανίστηκε ο Τζη Ντίμα Λικάζι, με το καλάθι του πίσω στην πλάτη γεμάτο εργαλεία.
Ήταν ένας στραβοκάνης, με σακατεμένες και ροζιασμένες κλειδώσεις, σαν ένα γέρικο κούτσουρο σαρακηνής ελιάς. Για να του βγάλεις μια λέξη από το στόμα, χρειαζότανε τσιγκέλι. Από περηφάνια ή θλίψη, ριζωμένη σ' εκείνο το παραμορφωμένο σώμα του; Ή ακόμα από δυσπιστία, πως κανένας δε θα μπορούσε να καταλάβει και να εκτιμήσει ακριβώς την αξία του σαν εφευρέτη, που όμως δεν είχε ακόμα επίσημα αναγνωριστεί. Ήθελε να μιλήσουν μόνα τους τα γεγονότα, ο Τζη Ντίμα Λικάζι. Έπρεπε να φυλαχτεί μπρος και πίσω, για να μην του κλέψουν το μυστικό.
- Δείξε μου αυτή την κόλλα, του 'πε πρώτα - πρώτα ο ντον Λολό, αφού τον περιεργάστηκε αρκετά με δυσπιστία.
Ο Τζη Ντίμα αρνήθηκε με μια κίνηση του κεφαλιού, γεμάτη αγανάκτηση.
- Θα τη δεις στη δουλειά.
- Μα θα πιάσει καλά;
Ο Τζη Ντίμα ακούμπησε κάτω το καλάθι, έσυρε από μέσα ένα χοντρό μπαμπακερό μαντήλι κόκκινο, τριμένο και κουβαριασμένο ολόκληρο, έπιασε να το ξετυλίγει σιγά - σιγά μέσα στην προσοχή και την περιέργεια όλων, κι όταν στο τέλος φανερώθηκαν ένα ζευγάρι γυαλιά, δεμένα με σπάγγους, με το σκελετό και τα μπράτσα φθαρμένα, εκείνος αναστέναξε κι όλοι οι άλλοι γέλασαν. Ο Τζη Ντίμα δεν έδωσε σημασία· καθάρισε τα δάχτυλά του, πριν πιάσει τα γυαλιά, τα στερέωσε στ' αυτιά του και βάλθηκε να εξετάζει με μεγάλη σοβαρότητα το πιθάρι, που το 'χαν μεταφέρει τώρα στο αλώνι· είπε:
- Θα πιάσει καλά.
- Μα μόνο με σκέτη κόλλα; αμφισβήτησε ο Τζιράφα. Δεν το πιστεύω. Θέλω και βελονιές.
- Φεύγω! απάντησε χωρίς συζήτηση ο Τζη Ντίμα, ενώ σηκωνότανε και ξανάβαζε το καλάθι πίσω στην πλάτη.
Ο ντον Λολό τον γράπωσε από το μπράτσο.
- Πού πας; Κοίτα κει φάτσα! Κοίτα κει ύφος Καρλομάγνου! Άθλιε χασάπη, γαϊδουροτόμαρο, θα βάλω λάδι μέσα, και το λάδι γλιστράει. Ένα μίλι σπάσιμο και μόνο με κόλλα; Θέλω και βελονιές. Κόλλα και βελονιές. Εγώ διατάζω.
Ο Τζη Ντίμα έκλεισε τα μάτια, έσφιξε τα χείλια και κούνησε το κεφάλι. Όλοι τους ίδιοι. Του αρνιότανε την ευχαρίστηση να κάνει καθαρή δουλειά, ευσυνείδητο κόλλημα με τους κανόνες της τέχνης και να δώσει μια απόδειξη της ικανότητας της κόλλας του.
- Αν το πιθάρι, είπε, δεν κάνει και πάλι σαν καμπάνα...
- Δεν ακούω τίποτα, τον διέκοψε ο ντον Λολό! Βελονιές, πληρώνω κόλλα και βελονιές. Τι πρέπει να σου δώσω;
- Αν είναι μόνο για κόλλα...
- Κατάρα, τι κεφάλι! ξεφώνισε ο Τζιράφα. Πώς να στο εξηγήσω; Σου λέω θέλω και βελονιές. Θα ξηγηθούμε, μόλις τελειώσει η δουλειά. Δεν έχω καιρό για χάσιμο μαζί σου.
Κ' έφυγε να παρακολουθήσει τους ανθρώπους του.
Ο Τζη Ντίμα στρώθηκε στη δουλειά φουσκωμένος απ' την οργή και το πείσμα. Κ' η οργή και το πείσμα του μεγάλωναν, κάθε φορά που άνοιγε τρύπα με το τρυπάνι στο πιθάρι και στο σπασμένο κομμάτι, για να περάσει το σύρμα του ραψίματος. Συνόδευε το στριφογύρισμα της βελόνας του τρυπανιού με γρυλισμούς όλο και πιο συχνούς και δυνατούς. Το πρόσωπό του είχε γίνει πιο πράσινο από τη χολή, και τα μάτια του απ' το θυμό πιο μυτερά και ξαναμένα. Σαν τελείωσε αυτό το πρώτο μέρος της δουλειάς, πέταξε πέρα με λύσσα το τρυπάνι μέσα στο καλάθι, εφάρμοσε το σπασμένο κομμάτι στο πιθάρι, για να δοκιμάσει αν οι τρύπες ήτανε σε ίσες αποστάσεις κι αν είχαν ανταπόκριση μεταξύ τους. Ύστερα, με την τανάλια, έκοψε τόσα κομμάτια σύρμα όσες ήτανε οι βελονιές που 'πρεπε να κάνει και φώναξε για βοήθεια έναν από τους χωρικούς που ραβδίζανε.
- Κουράγιο, Τζη Ντίμα! του 'πε κείνος, βλέποντας το αλλαγμένο του πρόσωπο. Ο Τζη Ντίμα σήκωσε το χέρι σε μια λυσσασμένη κίνηση. Άνοιξε το τενεκεδένιο κουτί με την κόλλα, το σήκωσε προς τον ουρανό, κουνώντας το, σα να το πρόσφερε στο Θεό, μια και οι άνθρωποι δε θέλανε να του αναγνωρίσουν τις αρετές του, κ' ύστερα άρχισε με το δάχτυλο ν' αλείφει το γύρο του σπασμένου κομματιού σ' όλο το μάκρος του σπασίματος. Πήρε την τανάλια και τα κομμάτια το σύρμα, που είχε ετοιμάσει από πριν, και χώθηκε μέσα στην ανοιχτή κοιλιά του πιθαριού, διατάζοντας το χωρικό να εφαρμόσει το κομμάτι στο πιθάρι, όπως το 'χε κάνει κ' εκείνος πριν λίγο, προτού αρχίσει να βάζει τις βελονιές:
- Τράβα! είπε από μέσα από το πιθάρι στο χωρικό. Τράβα με όλη σου τη δύναμη. Βλέπεις να ξεκολλάει πια; Καταραμένος αυτός που δεν το πιστεύει! Χτύπα, χτύπα! Ακούγεται ή όχι σαν καμπάνα, ακόμα και μ' εμένα μέσα; Πήγαινε, πήγαινε να το πεις στ' αφεντικό σου.
- Αυτός που 'ναι από πάνω πάντα διατάζει, Τζη Ντίμα, αναστέναξε ο χωρικός, κι αυτός που 'ναι από κάτω πάει στην κόλαση. Βάλε και τις βελονιές, βάλτες σου λέω.
Κι ο Τζη Ντίμα άρχισε να περνάει κάθε κομματάκι του σύρματος μέσα από τις δυο αντικριστές τρύπες, τη μια από δω, την άλλη από κει, πάνω στη συγκόλληση, ενώ με την τανάλια έσφιγγε τις άκρες. Χρειάστηκε μια ώρα, για να τα περάσει όλα. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι μέσα στο πιθάρι. Δούλευε και παραπονιότανε για την κακή του τύχη, κι ο χωρικός απ' έξω να τον παρηγορεί.
- Τώρα βοήθα με να βγω· έκανε τέλος ο Τζη Ντίμα.
Μα όσο πλατιά ήτανε η κοιλιά του πιθαριού, τόσο πιο στενός ήτανε ο λαιμός του. Ο Τζη Ντίμα, μέσα στη λύσσα του, δεν το 'χε προσέξει. Τώρα δοκίμαζε και ξαναδοκίμαζε, μα δεν έβρισκε τον τρόπο να βγει. Κι ο χωρικός, αντί να δίνει βοήθεια, λυνότανε στα γέλια. Φυλακισμένος, φυλακισμένος εκεί μέσα στο πιθάρι, που αυτός ο ίδιος είχε γιατρέψει... Και τώρα; Τώρα δεν είχαν άλλο τρόπο να τον βγάλουν· θα 'πρεπε να το ξανασπάσουν και για πάντα πια.
Στα γέλια, στις κραυγές έφτασε κι ο ντον Λολό. Ο Τζη Ντίμα ήταν σαν αγριεμένος γάτος μέσα στο πιθάρι.
- Βγάλτε με! ούρλιαζε. Για τ' όνομα του Θεού, θέλω να βγω. Γρήγορα, βοηθήστε με.
Στην αρχή, ο ντον Λολό απόμενε σα ζαλισμένος. Δεν ήθελε να το πιστέψει.
- Μα πώς; Κει μέσα; Ράφτηκε κει μέσα;
Πλησίασε το πιθάρι και ξεφώνισε στο γέρο.
- Βοήθεια; Και τι βοήθεια να σου δώσω; Ηλίθιε παλιόγερε! Μα πώς έγινε; Δεν έπρεπε να πάρεις πρώτα τα μέτρα; Για δοκίμασε πάλι. Έξω πρώτα το 'να χέρι... Έτσι... Τώρα το κεφάλι... πάνω... Όχι έτσι, σιγά... κάτω... περίμενε. Όχι έτσι, κάτω, κάτω... Μα πώς το 'κανες; Και το πιθάρι τώρα; Ψυχραιμία, ψυχραιμία, ψυχραιμία! άρχισε να συμβουλεύει ολόγυρά του, σάμπως η ψυχραιμία, να 'χε χαθεί από τους άλλους κι όχι απ' αυτόν.
- Έχασα το μυαλό μου! Ψυχραιμία! Αυτό είναι καινούργια περίπτωση... Το μουλάρι!
Χτύπησε το πιθάρι με τα κόκαλα των δαχτύλων του. Ακουγότανε πραγματικά σαν καμπάνα.
- Θαύμα! Έγινε καινούργιο... Περίμενε! είπε στο φυλακισμένο. Πήγαινε να σελλώσεις το μουλάρι! διάταξε το χωρικό, και ξύνοντας μ' όλα του τα δάχτυλα το μέτωπο, συνέχισε να μιλάει στον εαυτό του.
- Μα δέστε τι μου 'λαχε! Αυτό δεν είναι πιθάρι! Αυτό είναι εργαλείο του διαβόλου. Στάσου, στάσου εκεί!
Κ' έτρεξε να στηρίξει το πιθάρι, που μέσα του ο Τζη Ντίμα χτυπιότανε μανιασμένος, σαν άγριο ζώο πιασμένο στην παγίδα.
- Περίπτωση καινούργια, αγαπητέ μου, που πρέπει να τη λύσει ο δικηγόρος. Εγώ δεν εμπιστεύομαι. Το μουλάρι! Το μουλάρι! Πάω κ' έρχομαι. Υπομονή! Για το δικό σου συμφέρον... Στο μεταξύ, ήσυχα εσύ! Ψυχραιμία! Εγώ θα περιφρουρήσω τα δικά μου συμφέροντα. Και πρώτα απ' όλα για να βρω το δίκιο μου, θα κάνω το καθήκον μου. Θα σου πληρώσω τη δουλειά, σου πληρώνω το μεροκάματο. Πέντε λίρες. Σου φτάνουν.
- Δε θέλω τίποτα! ξεφώνισε ο Τζη Ντίμα. Θέλω να βγω!
- Θα βγεις. Μα 'γω, στο μεταξύ, σε πληρώνω. Εδώ πέντε λίρες. Τις έβγαλε από την τσέπη της ποδιάς του και τις έριξε μέσα στο πιθάρι. Ύστερα ρώτησε με φροντίδα.
- Έφαγες κολατσιό; Ψωμί και προσφάγι. Αμέσως. Δεν το θέλεις; Ρίχ' το στα σκυλιά! Μου φτάνει που στο 'δωσα.
Διάταξε να το δώσουν. Ανέβηκε στο μουλάρι κι άρχισε να καλπάζει προς την πόλη. Όποιος τον έβλεπε, θα πίστευε πως πήγαινε από μόνος του να κλειστεί στο φρενοκομείο. Τόσο πολύ και με τέτοιο περίεργο τρόπο χειρονομούσε.
Για καλή του τύχη δεν περίμενε καθόλου στο γραφείο του δικηγόρου. Μα χρειάστηκε να περιμένει αρκετά, ώσπου να σταματήσει το γέλιο ο δικηγόρος, όταν του περιέγραψε την περίπτωση. Οργίστηκε με τα γέλια.
- Τι είναι και γελάτε; Σεις δεν καίγεστε. Το πιθάρι είναι δικό μου! Μα εκείνος συνέχιζε να γελάει, κ' ήθελε να του διηγηθεί το περιστατικό όπως έγινε, για να ξαναρχίσει τα γέλια.
- Μέσα, λοιπόν; Ράφτηκε μέσα; Και σεις, ντον Λολό, τι σκοπεύετε; Να... να... τον κρα... τήσετε μέσα κει... Χα, χα, χα, χο, χο, χο... Να τον κρατήσετε μέσα, για να μη χάσετε το πιθάρι;
- Και πρέπει δηλαδή να το χάσω; ρώτησε ο Τζιράφα με σφιγμένες γροθιές. Τι ζημιά και τι ρεζιλίκι!
- Μα δεν ξέρετε πώς λέγεται αυτό; του 'πε στο τέλος ο δικηγόρος. Λέγεται παράνομος κράτησις!
- Κράτησις; Και ποιος τον κράτησε παράνομα, ξεφώνισε ο Τζιράφα. Μόνος του κρατήθηκε! Τι φταίω εγώ;
Τότε ο δικηγόρος του εξήγησε πως υπήρχαν δυο περιπτώσεις. Από τη μεριά του ο ντον Λολό έπρεπε να ελευθερώσει το φυλακισμένο, για να μην κάνει παράνομη κράτηση, κι απ' την πλευρά του ο κολλητής έπρεπε να πληρώσει για τη ζημιά που προκάλεσε με την αδεξιότητα και την απερισκεψία του.
- Α! ανακουφίστηκε ο Τζιράφα. Πληρώνοντάς μου το πιθάρι!
- Σταθείτε! παρατήρησε ο δικηγόρος, όχι βέβαια, σα να 'ταν καινούριο, ας προσέξουμε!
- Και γιατί;
- Μα γιατί ήταν σπασμένο, Θεέ μου.
- Σπασμένο; Τι λέτε; Τώρα είναι γερό. Πεντάγερο, το λέει και ο ίδιος. Κι αν τώρα το ξανασπάσω, δε θα μπορέσω πια να το ξαναφτιάξω. Πιθάρι άχρηστο, κύριε δικηγόρε.
Ο δικηγόρος επέμενε πως έπρεπε να το λογαριάσει και να τον βάλει να πληρώσει το πιθάρι όσο κόστιζε εκείνη την ώρα.
- Μάλλον -τον συμβούλεψε- βάλτε τον να το εκτιμήσει μόνος του πρώτα.
- Σας φιλώ τα χέρια, είπε ο ντον Λολό, κ' έφυγε τρέχοντας.
Γυρίζοντας κατά το σούρουπο, βρήκε όλους τους χωριάτες να 'χουν στήσει γλέντι γύρω από το κατοικημένο πιθάρι. Ακόμα και τα μαντρόσκυλα παίρνανε μέρος στο γλέντι, πηδώντας και γαυγίζοντας. Ο Τζη Ντίμα όχι μόνο είχε ηρεμήσει, αλλά έκανε κι αυτός γούστο με την απίθανη περιπέτειά του και γελούσε μ' εκείνη την πληγωμένη χαρά των θλιμένων.
Ο Τζιράφα τους σκόρπισε όλους κ' έσκυψε να κοιτάξει μέσα στο πιθάρι.
- Ε... είσαι καλά;
- Θαυμάσια στη δροσιά! απάντησε ο άλλος. Καλύτερα κι από το σπίτι μου.
- Πολύ ευχάριστο. Στο μεταξύ, σε πληροφορώ πως αυτό το πιθάρι μου κόστισε τέσσερις όντζες καινούργιο. Πόσο νομίζεις πως κοστίζει τώρα;
- Μ' εμένα δω μέσα; ρώτησε ο Τζη Ντίμα.
Οι χωριάτες σκάσαν στα γέλια.
- Σιωπή! ξεφώνισε ο Τζιράφα. Απ' τα δυο ένα: ή η κόλλα σου έκανε κάτι ή δεν έκανε. Αν δεν έκανε τίποτα, είσαι ένας απατεώνας, αν όμως πέτυχε κάτι, το πιθάρι, έτσι όπως είναι, πρέπει να πιάνει την αξία του. Ποια αξία; Εκτίμησέ το εσύ.
Ο Τζη Ντίμα στάθηκε λίγο να σκεφτεί, ύστερα είπε:
- Λέω, πως αν μ' είχες αφήσει να το κολλήσω μόνο με κόλλα όπως ήθελα, πρώτ' απ' όλα δε θα βρισκόμουνα τώρα εγώ μέσα και το πιθάρι θα 'χε την ίδια αξία σαν και πρώτα. Τώρα, έτσι μπαλωμένο, μ' αυτές τις πουντιές, τι τιμή να 'χει; Το πολύ - πολύ, το τρίτο απ' ό,τι άξιζε.
- Το τρίτο; ρώτησε ο Τζιράφα. Μια όντζα δηλαδή και τριάντα τρία.
- Λιγότερο ναι, περισσότερο όχι.
- Καλά, λοιπόν, έκανε ο ντον Λολό. Κράτα το λόγο σου και δώσ' μου μια όντζα και τριαντατρία.
- Τι; έκανε ο Τζη Ντίμα, σα να μην είχε ακούσει.
- Θα σπάσω το πιθάρι, για να σε βγάλω έξω -απάντησε ο ντον Λολό- κ' εσύ, είπε ο δικηγόρος, θα μου πληρώσεις όσο το εκτίμησες! Μια όντζα και τριαντατρία.
- Εγώ να πληρώσω; κάγχασε ο Τζη Ντίμα. Η εξοχότητά σου θ' αστειεύεται. Εδώ μέσα θα βγάλω σκουλήκια.
Και βγάζοντας, με κάποια δυσκολία, από την τσέπη τη μικρή λεκιασμένη από τον καπνό πίπα, την άναψε και βάλθηκε να καπνίζει, στέλνοντας τον καπνό έξω, μέσα απ' το λαιμό του πιθαριού.
Ο ντον Λολό απόμεινε σκεφτικός. Αυτό ήταν άλλη περίπτωση, το ότι δηλαδή τώρα ο Τζη Ντίμα δεν ήθελε να βγει πια έξω απ' το πιθάρι, αυτό δεν το 'χε προβλέψει ο δικηγόρος. Και πώς μπορούσε να λυθεί; Ήταν έτοιμος να διατάξει και πάλι:
- Το μουλάρι!
Μα σκέφτηκε ότι ήταν πια νύχτα.
- Έτσι, λοιπόν, είπε. Εσύ θέλεις να εγκατασταθείς στο πιθάρι μου; Είσαστε όλοι μάρτυρες! Δε θέλει να βγει, για να μην το πληρώσει. Εγώ είμαι έτοιμος να το σπάσω. Αφού όμως αυτός θέλει να μείνει μέσα, αύριο θα τον μηνύσω για κατάχρηση στέγης και γιατί μου εμποδίζει τη χρήση του πιθαριού.
Ο Τζη Ντίμα πέταξε πρώτα έξω ένα άλλο σύννεφο καπνού κ' ύστερα είπε ήρεμα:
- Όχι, κύριε. Δε θέλω να εμποδίσω τίποτα εγώ. Μήπως βρίσκομαι εδώ από ευχαρίστησή μου; Βγάλτε με έξω, και θα φύγω μετά χαράς. Να πληρώσω όμως... Ούτε γι' αστείο, εξοχότατε!
Ο ντον Λολό, με μια μανιασμένη έξαψη, σήκωσε το 'να πόδι, για να τραβήξει μια κλωτσιά στο πιθάρι, αλλά συγκρατήθηκε. Αντίθετα, το 'σφιξε με όλο το άπλωμα των χεριών του και το ταρακούνησε τρέμοντας.
- Βλέπεις η κόλλα; του 'πε ο Τζη Ντίμα.
- Αγύρτη! μούγκρισε τώρα ο Τζιράφα. Ποιος το 'κανε το κακό, εγώ ή εσύ; Και πρέπει δηλαδή να πληρώσω εγώ; Να πεθάνεις εκεί μέσα από την πείνα. Θα δούμε ποιος θα νικήσει!
Κ' έφυγε, χωρίς να σκεφτεί τις τρεις λίρες που του 'χε ρίξει μέσα το πρωί. Μ' αυτές, έτσι για αρχή, ο Τζη Ντίμα σκέφτηκε να κάνει γλέντι εκείνο το βράδυ μαζί με τους χωριάτες, που, έχοντας πια καθυστερήσει, εξ αιτίας εκείνου του απίθανου περιστατικού, έμειναν να περάσουν τη νύχτα στην εξοχή, στο ύπαιθρο, στ' αλώνι. Ένας απ' αυτούς πήγε να κάνει ψώνια σε μια κοντινή ταβέρνα. Σα να 'τανε παραγγελία, φώτιζε κ' ένα φεγγάρι, λες κ' ήταν μέρα.
Μια στιγμή, ο ντον Λολό, καθώς είχε πέσει να κοιμηθεί, πετάχτηκε όρθιος από μια οχλοβοή όμοια με κόλαση. Ξεπρόβαλε στο μπαλκόνι του τυροκομιού κ' είδε στ' αλώνι κάτω απ' το φεγγάρι ένα πλήθος διαβόλους. Ήταν οι μεθυσμένοι χωρικοί, που, πιασμένοι χέρι - χέρι, χόρευαν γύρω απ' το πιθάρι. Ο Τζη Ντίμα τραγουδούσε από μέσα μ' όλη τη δύναμη της φωνής του.
Αυτή τη φορά δεν μπόρεσε πια να κρατηθεί ο ντον Λολό. Έτρεξε σα μανιασμένος ταύρος και, πριν προφτάσουν οι άλλοι να του μιλήσουν, με μια γερή σπρωξιά έστειλε το πιθάρι να κατρακυλήσει κάτω προς την πλαγιά. Κατρακυλώντας και συνοδευμένο απ' τα γέλια των μεθυσμένων, το πιθάρι πήγε και κομματιάστηκε πάνω σε μια ελιά.
Κ' έτσι, κέρδισε ο Τζη Ντίμα.
Πιραντέλλο Λουίτζι
(Μετφ. Άρτα Ρώσση)
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ (Ε.ΚΕ.ΒΙ.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου