... Στην αφετηρία...
Με
το «ιστορικό»
-όπως δηλώνεται κατά τη δημοσίευσή του
στο περιοδικό «Νέα Εστία» (1927)- διήγημα
«Η
γέννηση ενός ήρωα»,
ο Χρήστος Χρηστοβασίλης αναπλάθει
αφηγηματικά και προσπαθεί να δώσει τη
δική του ερμηνεία για τον «θρύλο»
της γέννησης ενός ήρωα της Ελληνικής
Επανάστασης, του Γεωργίου Καραϊσκάκη.
Για
την
«ιστορικότητα»
του
διηγήματος
δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, καθώς
αυτό βασίζεται σε παραδόσεις και λαϊκούς
θρύλους. Ωστόσο, μέσα από την αφήγησή
του ο Χρηστοβασίλης -βασικός εκπρόσωπος
της βουκολικής και ηρωικής λογοτεχνίας
των τελών του 19ου αιώνα, αλλά κι ένας
άνθρωπος που με τη ζωή του και τη δράση
του συμμετείχε ενεργά στους αγώνες του
Ελληνισμού της Ηπείρου για ανεξαρτησία
από την οθωμανική κατοχή- δίνει πληροφορίες
για τη ζωή των κλεφτών, τις αντιλήψεις
και τις αξίες τους με πειστικό τρόπο,
εξαιτίας
της βιωματικής του σχέσης με τους
αγροτικούς πληθυσμούς της ιδιαίτερης
πατρίδας του. Κι όλα αυτά σε μια πλούσια
δημοτική γλώσσα, υποστηρικτής της οποίας
ήταν και ο ίδιος, αποκαλώντας την «κοινή
του μέλλοντος»,
σε εποχές μάλιστα που το κίνημα του
δημοτικισμού είχε να δώσει κι αυτό τους
δικούς του αγώνες.
✲
Τρεις ώρες χτυπούσε ο άγριος αρματωλός του Ραδοβυζιού, ο Δήμος Μπλακιάς, την εξώθυρα του σπιτιού του στην Σκουληκαριά της Άρτας, κι' η εξώθυρα δεν άνοιγε...
Όλο το χωριό γνωρίζοντάς το τ' είχε γείνει και τι μπορούσε να γείνη, άμα τον απείκασε από μακρυά να 'ρχεται, πρόντισε μέσα στα λόγγα για να μην ιδή και να μην ακούση τον Δήμο Μπλακιά θυμωμένο, που είταν άγριος σαν Γενήτσαρος και μαύρος σαν σβηστό δαυλί, την στιγμή που θα μάθαινε εκείνα που είχαν γείνει μέσα στο σπίτι του.
Τρεις ώρες χτυπούσε ο άγριος Δήμος Μπλακιάς την εξώθυρα του σπιτιού του, κι' η εξώθυρα δεν άνοιγε. Τότε γύρισε το ντουφέκι του κατ' απάνω στην κλειδωνιά της και το άδειασε. Άδειασε ακόμα και τες δυο του τες πιστόλες και πετάχτηκε πέρα η κλειδωνιά κι' η εξώθυρα άνοιξε στη βία των τριών μολυβιών. Μπαίνει μέσα στο σπίτι του και το βρίσκει έρημο! Η γυναίκα του κι' η μοναχοθυγατέρα του η Γκόλφω είχαν γείνει άφαντες! Τι είχαν γείνει; Πού είχαν πάγει;
Τότε ο Δήμος Μπλακιάς, ο φημισμένος για την αγριότητά του, μάζωσε πουρνάρια από την αυλή, τα 'βαλε στη μέση του κατωγιού, τους έβαλε φωτιά, και το σπίτι σε μιαν ώρα έγεινε ασβεσταριά! Τότε πετάχτηκε στο μεσοχώρι με το σπαθί στο χέρι για να ρωτήση. Φώναξε μ' όλη του τη δύναμη τους γειτόνους, τους προεστούς, τον παπά, αλλά καθόλου φωνή! Το χωριό ήταν έρημο απ' ανθρώπους, σαν να το 'χε πατήσει θανατικό, και μόνον οι κόττες βόσκαγαν στες αυλές και τα σκυλιά γαύγιζαν από τες φράχτες -απόδειξη ότι το χωριό δεν είχε πεθάνει, αλλά ζούσε και παραζούσε μέσα στα ρέπετα.
Τα δόντια του Δήμου Μπλακιά έτριζαν, το στόμα του άφριζε, το κορμί του έτρεμε ολόβολο, και τα μάτια του πετούσαν φωτιές σαν αστροπελέκια!
Τ' είχε γείνει στο χωριό; Τ' είχε γείν' η γυναίκα του κι' η μοναχοθυγατέρα του; Μην τους είχαν σκλαβώσει κλέφτες; Μην τους είχε μάσει ο Αλή - πασιάς στα Γιάννινα και τους έρριξε στα μπουντρούμια του Κάστρου;
Αυτά βάνοντας με το νου του, τράβηξε ίσια πέρα, χωρίς να ξέρη πού πήγαινε. Σε λίγη ώρα κατάλαβε ότι βρίσκονταν μέσα στον λόγγο. Έβαλε τ' αυτί του ν' ακουρμαστή τίποτα κυπροκούδουνα, αλλά του κάκου! Πουθενά δεν ακούονταν τίποτε κι' ησυχία μεγάλη βασίλευε στον λόγγο. Τράβηξε ίσια μέσα ακόμα, κι' εκεί που πήγαινε άσκοπα, μια νεια γυναίκα έπεσε απάνω στον δρόμο του. Ιδόντας την, ο Δήμος Μπλακιάς ρυάστηκε σαν λαβωμένο λειοντάρι, που αχολόγησε όλος ο λόγγος. Η γυναίκα ξεφώνησε ένα «ααα!» κι' έπεσε καταγής ξερή από τον φόβο της και πεθαμένη. Προχώρησε ακόμα κατά τον λόγγο μέσα, σαν αγρίμι, σαν στοιχειό, σαν κακό θανατικό, και ξεπετούσαν και ξέφευγαν τα πουλιά στο διάβα του τρομαγμένα σαν να τα 'σκιαζε γέρακας. Πήγε, πήγε ακόμα κάμποσο διάστημα, και να του πέφτει απάνω στο διάβα του μια γριά. Ρέκαξε πάλε ο Δήμος κι' έπεσε η γριά στα γόνατά του, παρακαλώντας τον:
- Κόψε με εμένα μοναχά, καπετάνε μ', και να γλυτώση το καϋμένο το χωριό από την οργή σου, που δεν σου φταίει καθόλου...
- Πούν' η γυναίκα μου κι' η θυγατέρα μου;
Ρυάστηκε πάλε ο Δήμος.
- Από τον θεό να το βρουν, καπετάνε μ', από τον θεό να το βρουν και οι δυο τους, απολογήθηκε η γριά, περιμένοντας τον βέβαιο θάνατό της.
- Πε μου, μωρή Στρίγλα, τι έτρεξε στο σπίτι μου, πριν σου κόψω το κεφάλι!
Και σήκωσε κατ' επάνω της το σπαθί.
- Να, καπετάνε μ'! (του αποκρίθηκε η γριά με την ψυχή στα δόντια απ' τον φόβο της). Η θυγατέρα σ' μάς ντρόπιασε και την πήρε η μάννα της κι' έγειναν άφαντες κι' οι δυο τους! Έχουν τώρα μια βδομάδα απάνω - κάτω πώφυγαν. Δεν φταίει το καϋμένο το χωριό. Μονάχες τους φταιν, μάννα και θυγατέρα, οι δυο τους.
- Η θυγατέρα μου άτιμη! (ξεφώνησε απελπισμένα ο Δήμος). Και κατά πού έκαναν;
- Κανένας δεν ξέρει, καπετάνε μ', κατά πού έκαναν... Έχουν πάρει νύχτα των ομματιών τους...
Ακούοντας αυτά τα λόγια, ο Δήμος Μπλακιάς, ο φοβερός και τρομερός αρματωλός του Ραδοβυζιού, συγκλονίστηκε όλος σαν ξερριζωμένος δέντρος, κι' έπεσε καταγής. Λίγη δύναμη του είχε μείνει ακόμα στα στήθια του, ως που να πη μονάχα στη γριά:
- Και ποιος ακούεται γι' απατεώνας της;
- Το πρωτοπαλλήκαρό σου... ο Φώτος!
Ακούοντας ο Δήμος τ' όνομα του Φώτου, του πρωτοπαλλήκαρού του, έβαλε μια μεγάλη προσπάθεια, σηκώθηκε στα ποδάρια του, φόρεσε το πόσι του γυναίκια, για να κρύβη το ατιμασμένο μέτωπό του, κι' έγεινε άφαντος μπροστά από την γριά, που άρχισε να κάνη τον σταυρό της, λέγοντας:
- Ξορκισμένος να είσαι, καπετάνε μ', κι' εσύ κι' η στριγλοθυγατέρα σου κι' η στριγλογυναίκα σου.
Έτρεμε ο ήλιος να βασιλέψη, όταν ο Δήμος Μπλακιάς απάντησε τα παλληκάρια του, στο μέρος που τα είχε αφήσει για να πάη να ιδή το σπίτι του στην Σκουληκαριά.
Άμα τον ξαγνάντησε το πρωτοπαλλήκαρό του ο Φώτος να 'ρχεται από μακρυά και να περπατάη ασυνήθιστα κι' όχι όπως περπατούσε πάντα, κατάλαβε κι' από τα κινήματά του κι' από τον τρόπο που φορούσε το πόσι του, ότι ο καπετάνος του είχε μπη στο φοβερό μυστικό, που τώδερνε τον νου τόσες βδομάδες, αφόντας είχε μάθει την εγκαστριά της χιλιοαγαπημένης του Γκόλφως. Μπορούσε από πολλής να πάρη την Γκόλφω και να φύγη, μπορούσε ακόμα και τότε να τραβηχτή και να γλυτώση την δίκια οργή του ατιμασμένου πατέρα· αλλά θα κατηγοριώνταν ως δειλός κι' άναντρος και δεν το 'κανε.
Μόλις ο καπετάν Δήμος έφτασε μια ντουφεκιά τόπο, ντουφεκιά εκείνου του καιρού, άδειασε το ντουφέκι του απάνω στο πρωτοπαλλήκαρό του τον Φώτο, φωνάζοντας δυνατά:
- Άτιμε απατεώνα!
Ο Φώτος, χωρίς να πιαστή ακόμα απ' άρματα, φώναξε μ' όλη του την δύναμη:
- Μη, καπετάνε μου, μη γιατ' είμαι παιδί σου!
Σ' αυτό το διάστημα ο καπετάν Δήμος είχε ζυγώσει πλειότερο κι' είχε γεμίσει το καρυοφύλλι του και ξανάρριξε.
- Μη, καπετάνε μου (ξαναφώναξε ο Φώτος), γιατ' είμαι παιδί σου! Συχώρησέ μας!
Τρίτη ντουφεκιά του καπετάν Δήμου του τσακίζει το ζερβί το χέρι του Φώτου.
Με την τρίτη ντουφεκιά, ο καπετάν Δήμος είταν μόλις δέκα δρασκέλες τόπο μακρυά από τον Φώτο, κι' άρχισε από τα πιστόλια του: «Μπαμμμ» το ένα, «μπαμμμ» και τ' άλλο. Η δεύτερη πιστολιά τον πέτυχε στα πλευρά.
- Μη, καπετάνε μου! (του ξαναφώναξε πάλε ο Φώτος). Μη, πατέρα μου! Δεν αρνήθηκα ποτέ να πάρω την θυγατέρα σου! Τα στεφάνια μας θα σκεπάσουν κάθε μας σφάλμα...
Ο καπετάν Δήμος είχε πετάξει πλειά καταγής το ντουφέκι του και τα πιστόλια του, για να μην τον βαραίνουν, κι' έσυρε το σπαθί του. Λίγα βήματα τούς χώριζαν τον έναν από τον άλλον...
- Γυιέ της...! (φώναξε ο καπετάν Δήμος). Κάνε τον σταυρό σου για ύστερη φορά!...
Ο Φώτος, βλέποντας από την μια μεριά τον καπετάν Δήμο να τώρχεται κατ' επάνω του σαν θεριό, σαν ωργισμένο σύννεφο που σέρνει μέσα του την φωτιά και την ανεμοζάλη, κι' ακούοντας από την άλλη την βαρειά βρισιά για την μάννα του, κι' ούτε έχοντας πλειά καμμιάν ελπίδα να τον καταπραΰνη ώστε να ρίξη κάτω το φονικό του σπαθί, κι' έτσι, καθώς είταν λαβωμένος και κλονίζονταν να πέση κάτω, σαν ανεμόδαρτο κυπαρίσσι, έσυρε κι' αυτός το γιαταγάνι του, και δέχτηκε το πρώτο χτύπημα του καπετάνου του, κι' άρχισε μια φοβερή μονομαχία.
Σ' αυτό επάνω, τα παλληκάρια που βρίσκονταν εκεί, μην γνωρίζοντας γιατί γένονταν όλ' αυτά, και μην ξέροντας ποιανού από τους δυο να πάρουν το μέρος, στέκονταν με τα χέρια άνεργα και περιμένανε περίλυπα την καταστροφή· γιατί σέβονταν τον καπετάν Δήμο, ως καπετάνο τους, κι' αγαπούσαν τον λεβέντη κι' αντρείο Φώτο, σαν αδερφό τους, κι' αν δεν ήταν ο Φώτος, ούτε ένα παλληκάρι δεν θα μπορούσε να φάη ψωμί με τον άγριον και σκληρόν Δήμον Μπλακιάν...
Σε λίγες στιγμές, καπετάνος και πρωτοπαλλήκαρο είχαν σωριαστή καταγής από τα χτυπήματα πώδινε ο ένας του αλλουνού, κι' όπως ήταν σωριασμένοι ο ένας κοντά στον άλλον κι' έτρεχαν και των δυονών τα αίματα σαν βρύσες, κάποτε σηκώνονταν αργά - αργά τα δυο καταματωμένα χέρια που χούφτιαζαν ακόμα το σπαθί και το γιαταγάνι, και χτυπούσαν ακόμα τον πλαγινό τους, με την υστερνή τους δύναμη, που τους έφευγε με το υστερνό τους αίμα.
Τα πρόσωπά τους, και των δυονών, ήταν μακελλεμένα, τα κεφάλια τους ανοιγμένα, τα μάτια τους σκεπασμένα από το αίμα, και τα μουστάκια τους και τα δασοτριχωμένα στήθια τους αιματοποτισμένα. Δεν πέρασαν παρά λίγες στιγμές ακόμα, κι' οι ψυχές τους φτερούγισαν με την υστερνή τους αιματοσταλαμματιά.
Τότε τα παλληκάρια έκαναν κύκλο γύρα - γύρα στους σκοτωμένους, κλαίοντας και για τους δυο... Η Μέρα πήδησε τρεχάτη πίσω από τον ορίζοντα, συγκινημένη από ένα τέτοιο άγριο θέαμα, και πρόβαλε η Νύχτα και το σκέπασε με τα μαύρα φτερά της.
Το τρομερό διπλοφονικό διαλαλήθηκε οληνύχτα απ' άκρη σ' άκρη του αρματωλικού του Ραδοβυζιού, και σ' όλα τ' Αρματωλίκια που συνώρευαν μ' αυτό γύρα - γύρα, κι' όταν έδωκε ο Θεός την ημέρα του, έτρεξαν όλα τα χωριά του Ραδοβυζιού με τους παπάδες τους, κι' έθαψαν τους νεκρούς τον έναν κοντά στον άλλον, μαζί με τα φονικά τους άρματα, που τα κρατούσαν σφιχτά στις κοκκαλιασμένες τους δεξιές παλάμες, σαν να ήταν δυνατό να ξακολουθήσουν τον πόλεμό τους και στον Κάτω Κόσμο!
Ήταν συνήθεια τότε, και συνήθεια ηρωική να θάφτουν τους Αρματωλούς και τους Κλέφτες, καθώς και κάθε αντρείον, με τ' άρματά του.
... Τέσσερες μήνες ύστερα από τον σκοτωμό του καπετάν Δήμου Μπλακιά και του Φώτου, στο Μοναστήρι του Άι-Γεωργιού, που βρίσκεται απάνω από το χωριό Μαυρομμάτι των Αγράφων, δυο μόλις ώρες από τα Τρίκκαλα, η Γκόλφω, που είχε πάγει εκεί με την μάννα της και καλογηρεύτηκαν, γέννησε γυιο...
Ο Γυιός εκείνος της Καλόγριας είταν ο Στρατάρχης της Ελλάδας του Εικοσιένα Γεώργιος Καραϊσκάκης.
Χρηστοβασίλης Χρήστος
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ
(Ε.ΚΕ.ΒΙ.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου