...Στην αφετηρία…
Το
διήγημα «Η
αρρώστεια και ο θάνατος της Ζήνας»,
του Παναγή Μπατιστάτου (1900
- 1923),
που αφηγείται την οδυνηρή εμπειρία του
θανάτου της τρίχρονης αδελφής του,
συμπεριλήφθηκε στην ανθολογία Οι
νέοι διηγηματογράφοι
του Α. Δ. Παπαδήμα (Γκοβόστης, 1923).
Επαναδημοσιεύτηκε στο τεύχος 629 του
περιοδικού Νέα Εστία. Η
μεγάλη συναισθηματική ένταση του
αφηγητή, η λεπτομερής περιγραφή του
μικρού παιδιού προς το θάνατο, η ακριβής
απόδοση των σκέψεων του αφηγητή για το
θάνατο και η έλλειψη μεταφυσικής πίστης
στη μεταθανάτια ζωή κάνουν βαθιά
συγκινητικό αυτό το ελεγειακό διήγημα.
Στην
Ανθολογία του Παπαδήμα διαβάζουμε ότι:
«ενώ
γινόταν η στοιχειοθέτηση του διηγήματος
αυτού, μας αναγγέλθηκε ο θάνατος του
συγγραφέα του. Ο Mπατιστάτος ήτανε μόλις
23
χρονών. Από το παραπάνω διήγημα, που
είναι αληθινό αριστούργημα, συμπεραίνει
κανείς τι έργο θα 'δινε,
αν ο πρόωρος θάνατος δεν ανέκοβε την
εξέλιξη του».
Κι
αυτό κάνει τη μικρή αυτή ιστορία ακόμη
πιο τραγική... γιατί ο δημιουργός της
έφυγε πολύ νωρίς, αλλά και γιατί η
πεζογραφία μας στερήθηκε έναν πολύ
αξιόλογο τεχνίτη του λόγου, που πιθανόν
να μάς έδινε σημαντικές σελίδες ανάλυσης
της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης.
✵
Και τώρα ακόμα που οι φτερούγες ενός θανάτου απλωμένες στο βουβό σπίτι μας έχουν θαμπώσει με την μαυράδα τους το φως που έδειχνε τα πρόσωπά μας τόσο ευτυχισμένα, δεν μπορώ να φανταστώ πως ήτανε κ' η Ζήνα μας ένας μικρός άνθρωπος σκλαβωμένος στους νόμους της φύσης και του θανάτου.
Κι' όμως τώρα, ξαίρω καλά πως το αφρένιο εκείνο κορμάκι που στριφογύριζε μες τα πόδια μου ανήσυχο σπαρταρώντας απ' τη χαρά της ξεγνοιασιάς του, τα μεγάλα του γαλάζια μάτια τα τόσο φωτερά και παράξενα με το τολμηρό τους περήφανο βλέμμα, τα μικρά του ρόδινα χειλάκια τανοιγμένα πάντα σένα χαμόγελο που δεν τόνιωσα ούτε μια στιγμή νάχει σβύσει, δεν υπάρχουν πια πουθενά.
Κ' ύστερα απ' το θάνατο της μητέρας μου είναι η δεύτερη φορά που κατάλαβα μέσα μου την άδεια θέση της πίστης και της θρησκείας. Αλίμονο, ήμουνα βέβαιος πως δεν είχε γίνει καθόλου ένας ωραίος φτερωτός άγγελος.
Πώς μπορούσαν τα σκουλήκια να φάνε μια τόσο ζεστή, τόσο αόρατη σάρκα, που ίσαμε χτες χάϊδευα στα χέρια μου; Και μπορούσαν να κυνηγιούνται ποντίκια μες τις κόγχες που κρατούσαν άλλοτε δυο μάτια φοβερά, μες τα χείλια που άνθιζαν κάποτε τόσα ήρεμα χαρωπά χαμόγελα, μες στο στόμα πούχε στείλει τόσα τρυφερά, χαριτωμένα λογάκια;
Όπως συνήθιζε και τανοιξιάτικο εκείνο μεσημέρι κατέβηκε μαζί μου να με βγάλη ίσαμε την πόρτα. Η φωνή της ήταν όπως πάντα χαϊδευτική και χαρούμενη. Τίποτα δε μούλεγε πως ο θάνατος είχε στυλώσει τα παγερά του μάτια. Έτσι έφυγα με την καρδιά ανοιχτή -μες την άνοιξη που μου χαμογελούσε- με την καρδιά ελαφριά, δίχως καμιά έγνοια, κανένα προαίσθημα. Όταν το βράδι γύρισα σπίτι μου δεν περίμενα νάβρω το θάνατο τόσο κοντά μας! Νόμιζα πως είχαμε πια ύστερα απ' το χαμό της μητέρας μου, πριν από τρία χρόνια -στη γέννα της Ζήνας-ξοφλήσει μαζί του, κ' η χαρά πούχε απλωθή στο σπίτι μας με το όμορφο εκείνο πουλί, μ' έκανε εγωιστή. Κι' όμως μόλις άνοιξ' η πόρτα, στον αέρα του σπιτιού μας, στη σιγανή φωνή της υπηρέτριας, πούρθε να μ' ανοίξη, στο σβυσμένο και γρήγορο περπάτημα των σπιτικών μου, ένιωσα την ανησυχία και τους φόβους που έσφιγγαν όλους εκεί - μέσα!
Και πάλι για μια στιγμή πήγε το μυαλό μου στην πεθαμένη μητέρα μου. Ήτανε η ίδια νύχτα, η ανοιξιάτικη, με το ίδιο βαρύ προμάντεμα κάποιου χαμού. Φοβήθηκα πως θα ήταν άρρωστος ο πατέρας, μα όταν έμαθα πως στο κρεββάτι ήταν ξαπλωμένη η Ζήνα, ησύχασα. Πίστευα τόσο πολύ πως δε μπορούσε αυτή να πεθάνη!...
Όταν εμπήκα στην κάμαρη να τήνε δω, πραξενεύτηκα απ' τη βαρειά μυρουδιά της κάμφορας που με χτύπησε. Θα περίμενα να μύριζαν ίσως τριαντάφυλλα. Κι' όμως ήξαιρα πως έμπαινα στην κάμαρα μιας άρρωστης!
Ήταν όλοι, ο πατέρας, η αδελφή μου, η παραμάνα· αμίλητοι με το κεφάλι ριγμένο χάμω, τα μάτια καρφωμένα στο κρεββατάκι της, καθένας βυθισμένος στη σκέψη του, κι' όλοι με την ίδια σκέψη: Το θάνατο!
Περιμέναμε τώρα το γιατρό. Έτσι άξαφνα εκεί πούταν καλά -ήταν μια χαρά το παιδάκι μου, μούπε η παραμάνα- της ήρθε απότομα ένας βήχας και μια νύστα βαθειά που την έσερνε στο κρεββάτι, στον ύπνο. Έκαιγε απ' τον πυρετό. Πρώτη φορά που γκρίνιαζε κέκλαιγε. Είχε γίνει με μιας παράξενη. Ζήτησε να τήνε γδύση και να τήνε βάλη στο κρεββάτι η αδελφή μου. Δεν ήθελε την παραμάνα... Τη στιγμή εκείνη δεν το σκέφτηκα αυτό και πέρασε δίχως να μου κάνη εντύπωση. Έπρεπε ο θάνατος να παγώση το λεπτό και χαϊδεμένο εκείνο σωματάκι, για να θυμηθώ πως εκεί μέσα ήτανε μια καρδούλα ζεστή που ίσως να πόνεσε, και ίσως νάχε μαντέψει πως θάφευγε από κοντά μας!
Όταν έσκυψα από πάνω της για να τήνε δω, άνοιξε διάπλατα τα παράξενα μάτια της τα τόσο βαθιά γαλάζια, πούλαμπαν αλλιώτικα απ' τον πυρετό.
─ «Μούφερες μύγδαλα;» ήτανε η πρώτη της κουβέντα.
Έβαλα μηχανικά το χέρι μου στην τσέπη... Την είχα ξεχάσει. Κ' ήταν η βραδιά πούταν άρρωστη... Γελάσανε ένα γέλιο βαρύ! Και τότες ένιωσα πως είναι στιγμές που η θλίψη είναι κάτι απέραντο και ξεσπάει με δάκρυα ή με γέλια!...
─ «Δε σ' αγαπάω!»μου ξανάπε, και τα μάτια της έγιναν περισσότερο σκοτεινά, κ' ένιωσα το στήθος της ν' ανεβαίνη μ' αγωνία και λαχάνιασμα απ' την απογοήτεψη!
Δεν έβλεπα, δε μπορούσα να δω την αρρώστεια, το θάνατο, την πάλη του τόσο νέου κορμιού της να κρατηθεί στη ζωή, που κάποια αόρατα χέρια, πριόνιζαν κάτω απ' το στήθος της, μέσα στο λαιμό της!...
Μες το βουβό σπίτι μας αντήχησε τρομαχτικό το κουδούνι.
Πάντα ο γιατρός για μένα ήτανε δεμένος με το θάνατο, και ποτέ δεν είχα τολμήσει να τόνε κοιτάξω ήρεμος και ασυγκίνητος στο πρόσωπο! Κι' όμως απόψε μου φάνηκε τόσο καλός, τόσο γελαστός. Και είχα τη δύναμη να τόνε κοιτάζω κατάματα μέσα απ' τα γυαλιά του μ' ένα βλέμμα περήφανο, ειρωνικό. Μου φάνηκε σαν να τούλεγα πως δεν μπορούσε να μας πάρη τη Ζήνα μας.
Ζύγωσε το κρεββάτι της, της χαμογέλασε, σήκωσε τη μαλακιά κουβέρτα, κι' άγγιξε με τα χέρια του το μαλακότερό της κορμί. Η Ζήνα ούτε μιλούσε, ούτε έκλαιγε. Μου φαινότανε μάλιστα πως ήτανε έτοιμη να χαμογελάση. Και το δειλό αυτό της το χαμόγελο μπροστά στο γιατρό, μπροστά στα σκοτεινά πέπλα της αγωνίας πούχαν αρχίσει να μαντεύονται γύρω μου, σαν ταδιόρατο σκοτείνιασμα που τρυπώνει αόρατο ύστερα απ' τη δύση.
Ήταν εκεί ήρεμη, υποταχτική, με τα χεράκια της δεμένα προς το στήθος της, την πλατίτσα της γερμένη, αναμένοντας για να την ακούση ο γιατρός μ' έναν τρόπο τόσο σοβαρό και τόσο κωμικό μαζί που, αν δεν έβλεπα να γυαλίζουν κάτω απ' το φως τα χρυσά γυαλιά του γιατρού, σαν δυο πινακίδες που θα ζωγραφίζονταν η ζωή ή ο θάνατος για την αδελφή μου, θα ξέσπαγα σε γέλια.
Κοιτούσα τον πατέρα μου, τη μεγαλύτερή μου αδελφή, την παραμάνα, πούστεκαν όλοι βουβοί με τα μάτια απ' το γιατρό στη Ζήνα γιομάτα λαχτάρα. Νόμισα πως άκουσα τις καρδιές μας να χτυπάνε δυνατά, σαν μια ανήσυχη προσευχή προς το άγνωστο που ερχότανε να μας χωρίση, σκίζοντας το σπίτι μας βαθιά προς το σκοτάδι.
Ξαπλώθηκε η Ζήνα μπαϊλντισμένη, ενώ ο πυρετός ανέβαινε και τα μάτια της γλαρώνανε και κλείνανε σαν δυο άνθια δειλινού...
«Οξεία διφθερίτις» είπε ο γιατρός, αφού της κοίταξε το λαιμό κ' έμαθε τι έτρεξε. Μας είπε να πάρουμε «ενέσεις ορρού» και πως θα ξαναρχότανε αμέσως. Φεύγοντας μάς έσφιξε ολονών το χέρι! Και πάλι θυμήθηκα την πεθαμένη μητέρα μου. Το ίδιο μάς είχε σφίξει, ο ίδιος γιατρός, την ίδια ώρα το χέρι, φεύγοντας για να ξανάρθη αμέσως! Κατέβασα το κεφάλι για να μην αντικρύσω τα μάτια του πατέρα μου και της αδελφής μου. Φοβόμουνα μήπως διαβάσουν τη σκέψη μου.
─ Θέλω γάλα! φώναξε η Ζήνα. Την νομίζαμε όλοι κοιμισμένη!
Τώρα που πέρασε πια τόσος καιρός μπορώ και βλέπω καθαρά πόσο χαρήκαμε γι' αυτό, μπορώ και βλέπω ποια πεποίθηση στέργιωσε στον εαυτό μου, μπορώ ακόμη να εξηγήσω και το τόσο αδιάφορο εκείνο «δόστε της» του γιατρού. Δεν υπήρχε λόγος να της χαλάσουν τη χαρά της! Είχε χαθή κάθε ελπίδα. Όμως τότε, όταν μούσφιγγε το χέρι φεύγοντας σαν να μούλεγε πως πρέπει νάχω θάρρος, εγώ τον κοίταξα στα μάτια, πάλι ειρωνικά, θέλοντας να του πω πως γελάστηκε, πως η Ζήνα ήτανε και θάμενε δική μας.
Το μικρό άσπρο κρεββάτι, με το χαρούμενο πουλί, είχε γίνει ένα στενό κλουβί που δεμένη απ' τη σκληρή κλωστή της αρρώστειας, ήτανε φυλακισμένη, σκλάβα η χαρά τριών τόσον μεγάλων ανθρώπων!
Η άρρωστη είχε όρεξη να μιλάη. Ρώτησε την παραμάνα αν φύλαξε τις κούκλες της, που το απότομο πέσιμό της, είχε κόψει το αφρόντιστο παιχνίδι της. Ρώτησε για τις ζωγραφιές της, ρώτησε αν μαζέψαμε την κουζίνα της, ρώτησε για όλα μ' έναν τρόπο τόσο χαϊδευτικό, τόσο ήρεμο, που με τρόμαξε! Κ' έμεινε για μένα μυστήριο η φροντίδα εκείνη, για την τάξη, ο πόθος να ταχτοποιήση τα πράματά της.
Άκουγε μέσα στο μικρό στηθάκι της καμμιά φωνή που της έλεγε πως θα φύγη;
Όταν τήνε ρώτησα να μου πη τι έχει, μ' απάντησε κοιτάζοντας κατάματα τον πατέρα της: «Δεν έχω τίποτα!» Ξανάκουσα τη φωνή της, την κάπως επιταχτική, σχεδόν αυθάδικη. Κι' αυτό μου ξανάφερε την πεποίθηση πως η Ζήνα μας θα ζούσε.
Είχαν αλλάξει τόσο πολύ όλα μας, όταν μπόρεσα να ζυγιάσω την αξία της ματιάς της στον πατέρα μου τη στιγμή που εγώ την είχα ρωτήση, όταν μπόρεσα να εξηγήσω πως η τραχειά φωνή δεν ήταν η συνηθισμένη φωνή της, μα μια έντονη κραυγή απελπισιάς μέσα στην ψυχή της με το θάνατο, μέσα στον πόθο της να κρατηθή στερεά στη ζωή που διαιστανότανε να γλυστράη μέσα απ' τα χέρια της.
Ξανάρθε ο γιατρός και βιαστικά άρχισε να ετοιμάζεται για την ένεση. Μιλούσαμε όλοι με φωνή σβυστή, περπατούσαμε με βήματα σιγανά, με βιαστικά κουνήματα. Από ένστικτο ίσως είχαμε πάρει τον αέρα της αναμονής. Κάτι περιμέναμε κι αυτό ήτανε ο θάνατος.
Η Ζήνα τάβλεπε όλα αδιάφορη βυθισμένη σε μια νάρκη, με τα μάτια μισόκλειστα.
Πήγε κοντά της ο πατέρας βαριά, με το συρτό του βήμα κουρασμένο, απ' τα χρόνια, απ' τη θλίψη κι' απ' την αγωνία. Τη στιγμή εκείνη είδα πόσο ήτανε γερασμένος πια, και φοβήθηκα πως λίγο ακόμη θα τον είχαμε μαζί μας.
Έσκυψε το χιονισμένο κεφάλι του στο κρεββατάκι της Ζήνας και τήνε ρώτησε με τη φωνή του τη σιγανή, π' αντήχησε στ' αυτιά μου σαν ένας παραπονεμένος λυγμός, σαν μια παράκληση στο Θεό που ήτανε τόσο σκληρός μαζί του:
─ Θέλεις να σου κάνουμε την ένεση Ζήνα μου;
Ανασήκωσε το κεφάλι της με μιας με το χαριτωμένο της προκλητικόν τρόπο, σούφρωσε το χειλάκι της σε μια απορία και άκουσα τη φωνή της, την παλιά αυθάδικια φωνή της...
─ «Γιατί δε θέλω;» ...
Κ' ύστερα μου λέγανε πως το παιδί αυτό θα πέθαινε...
Ήτανε όλα έτοιμα, μ' ένα μπαμπακάκι ο γιατρός έτριβε με αιθέρα το μπράτσο της Ζήνας... Τα μάτια της ήταν υγρά και το χειλάκι της έτρεμε απ' το φόβο. Όμως δε μιλούσε, ούτε φώναζε.
Δεν κρατήθηκα ─ «Θα πονέσει γιατρέ;» τόνε ρώτησα.
Γύρισε και με κοίταξε, κ' είδα μέσ' απ' τα γυαλιά του τα μάτια του λυπημένα.
─ Πηγαίνετε έξω, μας είπε, ας μένη μόνο η παραμάνα. Δεν κάνει να μαζευόμαστε τόσοι εδώ μέσα.
Η φωνή του ήτανε σπασμένη. Είχε κι' αυτός λυγιστεί απ' το βουβό πόνο μας, απ' τον αγώνα μας να διώξουμε την απελπισιά και το θάνατο, που οι δείχτες του ρολογιού αργά, μα βέβαια, μάς φέρνανε ολοένα και πιο κοντά μας.
Πήρα την αδελφή μου και πήγαμε στη διπλανή κάμαρα. Ο πατέρας έμεινε μέσα. Το σκοτάδι με τρόμαξε! Έψαχνα στον τοίχο να βρω το κουμπί του ηλεκτρικού.
─ Τι το θέλεις το φως! μούπε η αδελφή μου. Ένιωσα πως φοβότανε και τρόμαζα μήπως και γω δεν θα μπορούσα ν' ανθέξω!
─ Γιατί; της είπα κι' άναψα το φως.
Είδα ξανά τα μάτια της φωτισμένα, που μ' ευχαριστούσαν για το θάρρος που της έδινα...
Μέναμε αμίλητοι.
Από την κάμαρη της άρρωστης ακούσαμε ένα κλαψιάρικο «Μη». Πεταχτήκαμε, μα δεν τολμήσαμε να κινηθούμε.
─ Μπράβο παιδί μου, πέσε τώρα· ήτανε η φωνή του πατέρα.
─ Τελειώσανε, μούπε η αδελφή μου.
─ Πάμε. Και την αγκάλιασα.
Όταν εμπήκαμε μέσα, η Ζήνα ήτανε ξαπλωμένη κι' ο πατέρας μου την εσκέπαζε. Ο γιατρός έπλενε τη σύριγγα, κι' η παραμάνα μάζευε τα μπαμπακάκια.
Μπήκε η υπηρέτρια.
─ Ζήνα, κοίτα τι σούφερα! Κρατούσε και της έδειχνε δυο κεράσια.
─ Μπαμπά, θέλω τα σκουλαρίκια! Η φωνή της είχε γίνει πάλι θωπευτική και αυθάδικη όπως ζητούσε μ' επιμονή τα κεράσια!
─ Καλά, πάρτα· είπ' ο πατέρας.
Τα πήρε, τα κοίταξε μια στιγμή στα χέρια της:
─ Τι μεγάλα!
─ Είδες! είπε ο πατέρας.
─ Πού τα βρήκες Μαρία; ρώτησ' η Ζήνα.
Η υπηρέτρια δίσταζε. Κοιτούσε τον πατέρα φοβισμένη.
─ Σε ρωτάει η Ζήνα, είπε ο πατέρας. Κ' η φωνή του ήτανε χαϊδευτική! Ο πόνος είχε πια σπάσει τα κόκκαλά μας, μες το σπίτι μας ήμασταν όλοι ίσοι. Μήπως δεν πονούσαμε όλοι;...
Ο γιατρός έφευγε. Μας είπε αν τη νύχτα είχε η Ζήνα πολύ πυρετό ή σπασμούς, να της κάναμε μπάνιο και να τόνε φωνάζαμε. Ειδεμή πως θαρχότανε αύριο.
─ Αντίο γιατρέε... φώναξε η Ζήνα.
─ Αντίο.
Την ίδια στιγμή, θυμάμαι, πως, απαντώντας στις παραγγελίες του, τούπα κοροϊδευτικά· ─ Καλά, γιατρέ μου!... Κι' όμως η Ζήνα τώρα είναι πεθαμένη.
Όταν ξαναμπήκα στην κάμαρά της την είδα γονατισμένη στο κρεββατάκι της με τα μάτια στυλωμένα στη μικρή «Παναγίτσα» της στο κεφαλάρι να κάνη την προσευχή της. Καθώς μούχε γυρίσει την πλάτη της, έβλεπα ένα ζεστό, σφιχτοπλασμένο κορμί κ' ένα κεφαλάκι στεφανωμένο από χρυσά μαλλιά, ακατάστατα, κοντά κομμένα. Και κει στ' αυτάκι της δυο κεράσια κόκκινα σα σε ζωγραφιά.
Η προσευχή της Ζήνας πάντα ήτανε για μένα η ατέλειωτη σειρά του παιχνιδιού πούταν όλη η ζωή της.
─ «Παναγίτσα μου, φύλαξε τον μπαμπά μου, τ' αδερφάκια μου, την παραμάνα, όλα τα παιδάκια και τη μικρούλα Ζήνα σου!»
Καθώς τελείωσε κ' έκανε να πέση, φαίνεται πως κάτι ξέχασε γιατί ξανασηκώθηκε, γονάτισε, στύλωσε πάλι τα μάτια της στην εικόνα και με τη φωνή της εντελώς μαλακιά τώρα ξανάπε «─ Κι' αύριο, Παναγίτσα μου, να κάνης καλά τη Ζήνα σου». Ο πατέρας έβηξε κ' έσκυψε το κεφάλι. Κατάλαβα πως δεν ήθελε να δούμε πως δάκρυσε. Η αδελφή μου έτρεξε να βγη έξω κ' η παραμάνα, καθώς έγειρε να την σκεπάση τη φίλησε στο φλογισμένο μάγουλό της ─ Πουλάκι μου!
Μα 'γω έμεινα εκεί ολόρθος, θυμωμένος με το θεό, με το θάνατο, με την αρρώστεια.
Άκουγα μέσα μου μια φωνή να τον προσκαλάη ναφήση ήσυχο το μικρό εκείνο παιδί και νάρθη να μετρηθή μαζί μου, να δοκιμάση να πληγώση εμένα!
Και φοβήθηκα. Είδα πως άρχισα να σκέπτομαι ταραγμένα, κ' ήξαιρα καλά πως αυτό ήτανε σημάδι πως ο θάνατος ερχότανε.
Την ώρα που αμίλητοι τρώγαμε, ένιωσα την αμφιβολία να με κυριεύη. Μόλις τελειώσαμε τοιμάστηκα να φύγω.
─ Θα βγης; Με ρώτησε ο πατέρας μου.
Κατάλαβα πως με παρακαλούσε να μείνω, σαν να φοβότανε να χωριστούμε, σαν νάτρεμε πως ο θάνατος μπορούσε να μας νικήση ευκολώτερα χωρισμένους.
─ Ναι! τούπα ξερά σαν θυμωμένος για το φόβο του. Ήξαιρα πως αν έμενα μαζί τους, θάχανα πιο γρήγορα το θάρρος μου. Κ' έπειτα ο αγώνας να κρύβω τη θλίψη και τους φόβους μου απ' τα μάτια των αγαπημένων μου μ' είχε τόσο κουράσει!
Όταν εβγήκα στο δρόμο, ο θόρυβος μούδειξε ζωηρότερη τη νέκρα του εαυτού μου. Και τότε πάλι ένιωσα πως άρχισα να σκέπτομαι αστεία, παιδιάτικα.
Έλεγα πως αν ο πρώτος άνθρωπος που θα συναντούσα στο δρόμο μου θάτανε άντρας, η Ζήνα θα ζούσε· κι αν γυναίκα, θα πέθαινε. Όταν πλησίαζα στις γωνίες, μετρούσα τα βήματά μου κ' έλεγα αν βγαίνανε ζυγά πως η Ζήνα θα ζούσε, κι αν μονά, πως θα πέθαινε. Τη ζωή της την κρεμούσα στους αριθμούς των τραμ, στους δείχτες των ρολογιών, σε χίλια δυο αστεία μικροπράγματα. Κι' όμως η σκέψη αυτή μούδινε θάρρος. Συλλογιόμουνα πως η Ζήνα στη ζωή μου είχε παρουσιαστεί σαν ένα παιχνίδι κ' έλεγα πως μια πούχα τη δύναμη να σκέπτομαι τόσο παιδιάτικα, η Ζήνα δεν μπορούσε να πεθάνη.
Τότε πια ο θάνατος είχε πολύ σιμώσει κ' οι απλωτές φτερούγες του μούκρυβαν το φως της ηρεμίας και της λογικής.
Γρήγορα κουράστηκα και γύρισα σπίτι.
Όταν ανέβηκα, είδα τον πατέρα μου στη συνηθισμένη του θέση να καπνίζη το τσιγάρο του με την πίπα στο στόμα. Η αδελφή μου περίμενε ξύπνια. Μπήκε στην κάμαρά μου, κάθησε στο κρεββάτι μου και με κοίταξε που γδυνόμουνα.
Μέσ' απ' τον καθρέφτη έβλεπα τα θλιμμένα μάτια της να με κοιτάνε με περιέργεια σα νάθελε να με ρωτήση κάτι, μα δεν τολμούσε.
─ Η Ζήνα θα ζήσει! της φώναξ' απότομα. Μα φοβήθηκα για την τραχειά φωνή μου κ' έπειτα καθώς ταράχτηκα και κινήθηκα για να φωνάξω ένιωσα μέσα μου κάτι που γλύστρησε κ' έπεσε. Ήτανε η πεποίθηση που μ' άφηνε.
Και τότε άνοιξα την αγκαλιά μου κουρελιασμένος πια και δέχτηκα το κεφάλι της μ' ένα φιλί κ' ένα δάκρυ που αγωνιστήκαμε μάταια κ' οι δυο μας να κρύψουμε.
Ο θάνατος είχε πια χτυπήσει την πόρτα μας.
Προτού πέσω πέρασ' απ' την κάμαρη της Ζήνας. Την είδα στο κρεββατάκι της να κοιμάται με τόνα της χεράκι όξω απ' την κουβέρτα. Το καντήλι θαμποφώτιζε την κάμαρη και κάποιες του αχτίδες, πέφτοντας στα σγουρόξανθα μαλλιά της, τάκαναν να χρυσίζουν παράξενα.
Και τότες είδα -όχι δεν είτανε καθόλου απάτη- το κόκκινο απ' τον πυρετό προσωπάκι να χάνεται και να σβύνη μες στα μαξιλάρια και να γιομίζη το κενό του απ' το χρυσάφι, σαν τα μαλλιά της. Κ' είδα στο κρεββάτι ξαπλωμένο μες στο φως του καντηλιού ένα ξεφτέρι, χρυσό, μεγάλο... Έπεσα στα γόνατα και παρακάλεσα, δεν ξαίρω ποια δύναμη, να κάνη τη Ζήνα μας να ζήση.
Καθώς σηκώθηκα να φύγω, αντίκρυσα τα μάτια της μεγάλης αδελφής μου να με κοιτάζουν εκστατικά.
─ Πιστεύεις και συ λοιπόν; με ρώτησε ποθώντας ν' ακούση το ναι.
─ Όχι! Γιατί; απάντησα με πείσμα.
─ Μα τώρα δεν προσευχήθηκες; Μπροστά στον κίνδυνο ζητάμε βοήθεια απ' το Θεό!
─ Ζητάμε από κάτι υπεράνθρωπο, από μια δύναμη ανώτερη, να μας βοηθήση. Αυτό δεν έχει καμιά σχέση μ' αυτά που λές.
Με κοίταξε σαστισμένη, με τα μάτια τρομαγμένα, το στόμα μισάνοιχτο απ' τη φρίκη, στη μισοσκότεινη κάμαρη, μ' ένα ξεφτέρι ξαπλωμένο στο κρεββάτι. Και κοιτάζοντας την αδελφή μου ταράχτηκα και γω κ' έφυγα. Μια επανάσταση έβραζε μέσα μου. Δεν ήξαιρα αν είχα πει ψέματα!
Ο θάνατος πια έψαχνε νάβρη μες στο σπίτι μας τη χαρά μας, το πιο αγαπημένο μας πράγμα για να μάς το πάρη!
Όταν το πρωί σηκώθηκα, ύστερα από έναν κουραστικό ύπνο, το απριλιάτικο φως έπαιζε χαρωπά μέσα στην κάμαρη. Η Ζήνα είχε κοιμηθεί και κοιμότανε ακόμα σχεδόν ήρεμα. Οι φόβοι της νύχτας είχαν σκορπιστεί απ' το γαλήνιο και μαλακό φως της αυγής κι' ο ανοιξιάτικος αγέρας, λεπτός και αλαφρός, γιόμιζε μ' άνεση και πεποίθηση τα στήθια μου. Κλείστηκα στο γραφείο μου με την απόφαση να εργαστώ. Η ατμόσφαιρα ήτανε ενθαρρυντική μ' ένα ελαφρό κυμάτισμα τ' αγεριού, σα νάφερνε όξω απ' τους κάμπους το άσκαστο τρίξιμο των μπουμπουκιών που σκάζανε. Πώς μπορούσα να φαντασθώ πως οι τόσο λαμπρές αχτίδες του ήλιου, κρύβανε για το σπίτι μας κάτου απ' το χρυσάφι τους τα κρέπια του θανάτου;
Μα μόλις άπλωσα μπροστά μου το άσπρο χαρτί, ένιωσα τη σκέψη μου να παγώνη. Η αγωνία ξανάρθε βαρύτερη με τα χαρτιά μπροστά μου απλωτά σαν σάβανα και σαν τάφους... Ο θάνατος άρχισε να κάνη τον αγέρα πηχτό και βαρύ κ' ένιωσα κάτι σαν κατακάθι να τυλίγη το μυαλό μου στην ανάσα μου.
Έπρεπε να κρατήσω τις ελπίδες μου γερά για να μη γλυστράνε μέσ' απ' τα χέρια μου· μα η μουγκάδα -τόσο βαριά και σκοτεινή σήμερα- του σπιτιού μας μ' έκανε να τρέμω. Πήρα ένα βιβλίο στην τύχη απ' το τραπέζι μου και δίχως να δω τι ήτανε άνοιξα το δέσιμο.
Έχουν περάσει τώρα τόσα χρόνια, που το κορμάκι της Ζήνας μας θάχει γίνει πια μια χούφτα στάχτη κ' η θύμησή της με τον εξαϋλωμένο απ' τον καιρό πόνο της μένει στο μυαλό μου σαν κάποιο οδυνηρό όνειρο που δεν είμαι βέβαιος αν είδα ποτές. Κι' όμως είναι χαραγμένη ξεχωριστά η στιγμή της παγερής αγωνίας, όταν, ανοίγοντας το βιβλίο εκείνο, ύστερα απ' τη λέξη ΘΑΝΑΤΟΣ τυπωμένη με χοντρά γράμματα από πηχτό μαύρο μελάνι, είδα κάποιες απαλές μισόσβυστες μολυβιές συρμένες από ολότρεμο χέρι. Ήτανε το χέρι της Ζήνας πούχε κάποτε προσπαθήσει να ζωγραφήση έναν άγγελο. Έτσι μου φάνηκαν οι αβέβαιες γραμμές.
Έβλεπα μέσα μου να ξυπνάη το πρωτόγονο πνεύμα των προγόνων μου, γιομάτο απ' τις φρίκες και τις προλήψεις μου, δίχως να μπορώ να το πολεμήσω και να το διώξω. Τα χρόνια που, μ' όλες τις γεννήσεις τους, όλες τις μεταβολές, όλην την παίδεψή τους, δεν μπόρεσαν να θάψουν στη στιγμή που ο θάνατος στάθηκε μπρος μου, την παλιά γιομάτη πρόληψες σκέψη. Λες και τα μάτια του που ένιωθα αόρατα να με κοιτάζουν γεμάτα σαρκασμό, ξυπνούσαν με το μαγευτικό τους βλέμμα τους προπάππους μου, ξέσχιζαν τα περικαλύμματα πούχαν ντύσει το μυαλό μου τα χρόνια και τρυπούσανε με την απεριόριστη φρίκη τους το πρώτο σπέρμα του!...
Έψαξα όλα μου τα βιβλία με την ελπίδα πως θάβρισκα κι αλλού κάτι απ' το χέρι της Ζήνας. Μα πουθενά δεν είχε τραβηχτεί η επιθυμία της να γράψη κάτι. Μόνο στο θάνατο του Μαίτερλιγκ κάτου απ' τα παχειά θάνατος είχε προσπαθήσει να ζωγραφήση τον εαυτό της: ένα ασχημάτιστο αγγελούδι. Οι μισόσβυστες εκείνες γραμμές, οι περισσότερο σκιές παρά μολυβιές, μπορέσανε να πνίξουν την πεποίθησή μου, μπορέσαν να κατεβάσουν τα στόρια του θανάτου μέσα στην ψυχή μου, την ανοιξιάτικη εκείνη μέρα του τόσο χαρούμενου ήλιου! Τώρα ήμουνα βέβαιος πως η Ζήνα μας θα πέθαινε.
Ο ήλιος έμπαινε στην κάμαρα της Ζήνας απ' το δεξί παράθυρο και σκορπούσε ένα κίτρινο φως, σκουριασμένο σαν από Νεκροκέρι. Τώρα έβλεπα παντού το θάνατο!
Ο πατέρας καθότανε πλάι στο κεφαλάκι της με το χέρι του αφημένο στα χεράκια της Ζήνας πούπαιζαν με τα δάχτυλά του. Μπόρεσα να δω καλά τ' άσπρα του μαλλιά, τη λεπτή του επιδερμίδα πιο διάφανη σήμερα με το αίμα του παγωμένο.
Κ' η μεγάλη μου αδελφή ήτανε εκεί μαζεμένη στη γωνιά με τα μάτια ονειροπόλα· ένιωθα πως κ' οι δυο παρακαλούσαν κάποιον να μας αφήση τη Ζήνα μας, νόμιζα πως έβλεπα μέσ' απ' το κορμί τους να γλυστράη η ψυχή τους σα δροσερό κύμα αγρού και να φτερουγίζη απάνου απ' το κρεββάτι της Ζήνας μας, χαϊδεύοντας μ' αγάπη το φλογισμένο κορμάκι της.
Η άρρωστη ήταν ξαπλωμένη με το κορμί πιο κουρασμένο σήμερα. Τα μαλλάκια της πέφταν ακατάστατα, σε τρομαχτικά συμπλέγματα· τούφες - τούφες μπλέκονταν η μια με την άλλη σα χέρια σ' έναν αγώνα και σε μια πάλη. Μόνο τα μάτια της ήτανε γαλήνια και θωπευτικά, σκοτεινά γαλάζια. Και μέσα στ' απέραντο βάθος τους -στην άβυσσο δυο παιδιάτικων ματιών- έβλεπα την αγάπη μας ν' αγωνίζεται με το θάνατο. Μα όπως πάντα η αγάπη βγήκε νικημένη.
Ήρθε σε λίγο κι' ο γιατρός, βαρύς κι' αμίλητος. Τον έβλεπα σαστισμένον να εξετάζη την Ζήνα μας, να χτυπάη το στηθάκι της, να της κατεβάζη με το κουτάλι τη γλώσσα για να δη το λαιμό της· να κάνη τόσα πράματα κωμικά! Κι' όμως το γέλιο ήτανε τόσο μακρυά από μένα. Φαίνεται πως ο θάνατος είχε αφήσει απάνω στον ανθρωπάκο αυτόν κάτι απ' τη μεγαλοπρέπειά του. Στεκόμαστε όλοι αμίλητοι, κρεμασμένοι απ' το στόμα του, έτοιμοι να τον υπηρετήσουμε, πρόθυμοι πολεμώντας να μαντέψουμε απ' τα μάτια του, από τα κουνήματά του κάτι για τη Ζήνα μας. Μα το βλέπαμε πια όλοι καλά πως δεν είχε πουθενά για μας ούδ' ένα κουρέλι ελπίδας.
«Δεν είναι τίποτα πολύ σοβαρό... Μα τι να κάνω; Εδώ είναι η ζωή ενός ανθρώπου... Δεν μπορώ να πάρω μόνος μου την ευθύνη, άνθρωπος είμαι, γελιέμαι. Φωνάξτε και κανέναν άλλο παιδίατρο...» Η φωνή του ήτανε μαλακιά, χαδιάρικη· γιομάτη συμπόνια. Είχαμε φτάσει στο σημείο να γεννήσουμε τον οίχτο!
Η αδελφή μου έμενε στη γωνιά, μαζεμένη, κίτρινη, με τα μάτια στυλωμένα στην Παναγίτσα της Ζήνας. Ο πατέρας μου ακούγοντας τα λόγια του γιατρού στέναζε· ήτανε το μούγκρισμα του λιονταριού που τρυπούσε την καρδιά του, από τόσο μακρυά, που το χέρι του δεν έφτανε.
─ Γιατρέ, θα γίνει καλά; τόνε ρώτησα.
─ Φίλε μου, δεν είμαι Θεός!... Όταν αυτός θέλει!...
─ Ο Θεός! ψιθύρισα... Δεν λέγανε πως αν θέλει ο δάβολος θα γίνει καλά; Τουλάχιστον αυτόνε θα μπορούσα να τόνε καταφέρω. Θα τούδινα κάτι που το αισθανόμουνα, θα τούδινα την ψυχή μου επί τέλους και θάκανε καλά τη Ζήνα μας. Μα στο Θεό! Στο Θεό της αγάπης, με την πάντα ορθή και δικαιολογημένη σκέψη, τι μπορούσα να δώσω; Πώς μπορούσα να τον πείσω!
Η αδελφή μου βγήκε έξω. Φοβήθηκα πως θα πήγαινε να κλάψη. Την ακολούθησα. Κάτω απ' το Εικονοστάσιο, με τα μάτια της δακρυσμένα παρακαλούσε γονατιστή.
─ Παναγιά μου, κάν' τη μας καλά και να σου φέρω ξυπόλυτη μια λαμπάδα ίσαμε το μπόι της!...
Έκλεισα σιγά - σιγά την πόρτα κ' έφυγα.
Η καρδιά μου ήτανε σφιγμένη απ' αγκάθινες τανάλιες. Κι' όμως έβλεπα πως ήμουνα ψύχραιμος. Γύριζα αμήχανος μες τις άδειες κάμαρες, σαν να μπορούσα να βρω κάτι στις ξεχασμένες γωνίες, έναν ασήμαντο σύντροφο που θα μπορούσε, απρόοπτα να με βοηθήση να τη σώσω.
Μπήκα στην τραπεζαρία, ολόαδεια και ψυχρή!...
... «Ο Πανταχού παρών» ... «Και ζωής χορηγός» ...
Και κει τρομαγμένος γονάτισα βιαστικά με τρεμάμενα γόνατα και με φριγμένα χείλη και παρακάλεσα το θεό, το θεό μου, να την κάνη καλά.
Μα τώρα σα να θυμάμαι, πως τα μάτια μου σε μια στιγμή ήτανε περήφανα και κοίταζαν με τη φλόγα του μίσους.
Ήρθε κι' ο παιδίατρος. Στη σάλα οι δύο γιατροί κλεισμένοι αγωνιζόντουσαν με την επιστήμη τους να διώξουν μακρυά το θάνατο. Κι' εμείς μέσα στην κάμαρη της Ζήνας μας τον περιμέναμε αντρίκια να παλαίψη να μετρηθή με την αγάπη μας.
Μα η Ζήνα είναι τώρα βαθιά, πολύ βαθιά, κάτω απ' τη γη.
Μαζεμένοι γύρω της προσμέναμε να τελειώση το συμβούλιο. Το χαρούμενο παιχνίδι, έμνισκε ξαπλωμένο στο κρεββάτι με ραϊσμένο το ελατήριό του. Δεν έμενε παρά το τελευταίο, το γοργότερο απ' όλα ξετύλιγμά του για να σπάση πια.
Καθισμένος πλάι στο προσκεφάλι της, χάιδευα τα λαμπρά της μεταξένια μαλλιά με το λαίμαργο πάθος ενός χαϊδέματος που τόκλεβα από κάποιον άλλο πολύ δυνατότερό μου.
─ Πες μου το παραμύθι του κόκκινου Μάη.
Η φωνή της ήτανε βαθιά, σχεδόν βραχνή· ένιωθα την αρρώστεια να χώνη τα δάχτυλά της μέσα στο λαιμό της κ' έτσι πνίγοντάς τη να της τραβάη την ψυχή.
Ποιο ήταν το παραμύθι του κόκκινου Μάη: ... Ποτές δε της είχα πει τίποτα τέτοιο. Μα οι στιγμές του θανάτου είναι στιγμές που κυβερνάει ο νόμος του ενστίκτου και της καρδιάς.
─ Ήτανε μια φορά ένα ωραίο περιβόλι γιομάτο λουλούδια. Και μες στο περιβόλι ένα μικρό κάτασπρο σπιτάκι...
─ Όχι, το σπιτάκι ήτανε μεγάλο. Κι' είχε ωραίες κάμαρες.
─ Ναι... Εκεί ζούσανε τέσσαρες πεταλούδες. Σαν να πούμε ο μπαμπάς με τα τρία παιδάκια του...
─ Η μικρή πεταλούδα ήτανε πολύ μικρή... Κ' είχε τόσα δα φτεράκια... Ήξαιρε και τραγουδάκια... Του χρόνου θα πήγαινε και σχολείο, σου λέω!...
Τα μάτια μου αντίκρυσαν τα μάτια του πατέρα μου. Μα τα κατέβασα αμέσως. Το παραμύθι του κόκκινου Μάη, άρχισε να γίνεται το παραμύθι της ζωής μας.
─ Η μαμά τους είχε πεθάνει. Η μικρή πεταλουδίτσα ούτε τη θυμότανε καθόλου.
─ Όχι!... Την ήξαιρε απ' τη φωτογραφία πούχανε κρεμάσει στη σάλλα. Είχε και κορνίζα κόκκινη...
Τα χέρια μας τρέμανε. Το παραμύθι αυτό που το παιδιάτικο μυαλό της είχε θέσει με τη ζωή της ήτανε το τελευταίο χτύπημα. Έβλεπα καλά μέσα στο κεφάλι της Ζήνας μας το μικρό της μυαλό, σαν μια χρυσή κλωστή τεντωμένη απ' τα χέρια του θανάτου να λαμπρίζει ολόφωτη ως που να σπάσει.
─ Δεν το ξαίρεις εσύ το παραμύθι. Θα στο πω εγώ, μούπε. ─ Ο μπαμπάς αγαπούσε τη μικρή πεταλούδα...της έφερνε και καραμέλες και γλυκά... Και τα μάτια της ήτανε καρφωμένα στον πατέρα μου που, κίτρινος, της χάϊδευε με το γερασμένο χέρι του το κεφάλι... Τα μάτια της τώρα γύρισαν στην αδελφή μου. ─ Κ' η άλλη πεταλούδα, η πιο μεγάλη, τη χτένιζε, της έκανε κι' ωραία φορεματάκια... Μια μέρα, λοιπόν, την πήγαινε και στη θάλασσα.
─ Ζηνούλα μου! και τήνε πήραν τα κλάματα.
Το συμβούλιο είχε τελειώσει.
─ Λοιπόν;
─ Υπομονή. Θα γίνει ό,τι θέλει ο Θεός.
Τα μάτια μου και του πατέρα μου πέσανε στην αδελφή μου παρακλητικά. Βγήκε κ' έτρεξε να παρακαλέση το Θεό. Ο πατέρας έμεινε μια στιγμή, κοιτάζοντας τη Ζήνα. Κ' ύστερα:
─ Κατεβαίνουμε μαζί; είπε στους γιατρούς.
Οι πλάτες του, το κορμί του είχαν ορθωθή. Μου φαινότανε πως είχε ψηλώσει. Έφευγε για να τοιμάσει κάτι!
Κι' όταν πια έμεινα μόνος, έσκυψα στη Ζήνα μας, την αγκάλιασα και της φίλησα τα μάτια που θάσβηναν, το στόμα που θα λυνότανε, τη σάρκα που θάλειωνε και τα χρυσά μαλλιά που θα γιόμιζαν χώματα.
Μες την ήσυχη κάμαρη, τη μισοσκότεινη απ' τα κατεβασμένα στόρια η Ζήνα μας χαροπάλευε. Ήτανε λοιπόν κι' αυτή άνθρωπος κ' έπρεπε να πεθάνη.
Στη μια το μεσημέρι κόπηκε κ' η φωνή της. Η κακιά αρρώστεια δεν ήθελε να την χτυπήσει με μιας και να την τελειώσει. Μα για να μας τυραννήσει περισσότερο έπαιρνε σιγά - σιγά τη χιλιαγαπημένη.
Η κάμαρα ήταν άδεια. Και το μικρό παιδί ξαπλωμένο ακίνητο δε μιλούσε. Μόνο στα μεγάλα φανταχτερά μάτια του έβλεπα τον πόθο της ζωής. Μα σιγά - σιγά το κρεββάτι βαθούλωνε, βαθούλωνε, κι' άνοιγε σκοτεινό, κ' η Ζήνα μας βυθιζότανε στον τάφο, στις αγκαλιές της γης. Και τα δυο κεράσια, κρεμασμένα στο κάγκελλο του προσκεφαλιού, ήτανε δυο ματωμένα δάκρυα π' αναλίγωναν και στάζαν απάνω στο άψυχο κορμάκι, και το περόνιαζαν κι' απλωνόντουσαν σαν δυο μαγικά τριαντάφυλλα.
Κ' ήμουνα σκυμμένος στη μικρή κουνίτσα κ' έβλεπα το κορμάκι ν' αναταράζεται και να χτυπιέται μέσα απ' την κουβέρτα και τα χειλάκια ν' ανοιγοκλείνουν βυζαίνοντας σα μια τελευταία προσπάθεια τη ζωή και τα μάτια να βαθουλώνουν κι' άκουγα το παγωμένο περπάτημα του θανάτου ν' ανεβαίνει απ' τα πόδια στην καρδιά!...
Κάποιοι σιγομιλούσανε στην πόρτα. Ήτανε η φωνή της παραμάνας στην υπηρέτρια.
─ Ψυχομαχάει!...
─ Κρατήστε τον πατέρα... τους φώναξα...
Όταν ξαναγύρισα, στο κρεββατάκι η Ζήνα ήτανε πια ακίνητη με τα γυαλισμένα μάτια της ανοιχτά, που μια αχτίδα του ήλιου, γλιστρώντας από κάποια τρύπα της κουρτίνας, τα φώτιζε. Κ' είτανε σκούρα, πολύ σκούρα τώρα, σα μια βαθιά γαλαζοπράσινη θάλασσα, που στο βάθος της έβλεπα τη θέση που η παιδιάτικη ψυχή της κάποτε είχε καθίσει πλημμυρισμένη απ' αγάπη.
Ο θάνατος είχε έλθει τόσο ξαφνικά, εκεί που δεν τον περίμενα, κ' έτσι δεν ένιωθα καλά - καλά τι μου συνέβαινε. Βρισκόμουνα σε μια κατάσταση νάρκης, σε μια ζάλη κ' έβλεπα αόριστα ν' ανοίγη ένας τάφος και να χώνεται η Ζήνα μας δίχως να μπορώ να την κρατήσω. Έπρεπε να τη θάψουν και να γυρίσω στο βουβό σπίτι μας για να νιώσω πως κάτι έλειπε απ' τον εαυτό μου. Μα το δειλινό εκείνο τίποτ' άλλο δεν έβλεπα παρά δυο μαύρες αόρατες φτερούγες να σκεπάζουν το σπίτι μας.
Ήρθε κ' η γριά σαβανώτρα να σαβανώσει τη Ζήνα μας. Μόνος εγώ είχα τη δύναμη να σταθώ κοντά της. Η πεθαμένη έμενε ξαπλωμένη με τα μάτια ακόμα ανοιχτά. Έσκυψε από πάνου της, έπιασε με τα κοκαλιασμένα χέρια της το αέρινο κορμί της κι' άρχισε να τη γδύνει. Της τραβούσε με τόση βιάση τα φουστάνια της που φοβήθηκα πως θάσπαζε το κορμάκι της.
─ Στάσου!
Έπιασα το λείψανο απαλά - απαλά απ' τις μασκάλες, το στύλωσα στα παγωμένα πόδια του, το στήριξα στο στήθος μου να μην πέσει κι' άρχισα να το γδύνω...
Άπλωσα στο κρεββάτι τη γαλατένια σάρκα και την άφησα στα χέρια της σαβανώτρας· μα τότες είδα τα μάτια της φοβερά, το ένα μισάνοιχτο με το βλέφαρο μισοκατεβασμένο και το άλλο στητό ορθάνοιχτο να λαμπυρίζει γυάλινο, σατανικό.
─ Κλείσ' της τα μάτια!
Κοίταξε στο λαβομάνο. Δεν είχε κερί.
─ Να... Της έδωσα τα σπίρτα μου. Πλησίασε τη φλόγα στα ματάκια της και με το ξυλιασμένο χέρι της κατέβασε τα ματόκλαδα της Ζήνας μας.
Μουρχότανε η επιθυμία ν' αρπάξω το χωματί της κεφάλι, το βουλιαγμένο εκείνο κόκκαλο, το ντυμένο μ' ένα παλιό πετσί και να το λειώσω κάτω απ' τα πόδια μου. Δε θάκανα παρά ένα κρακ και θάμενε μια φούχτα σκόνη. Κι' όμως το γερό εκείνο σαράβαλο έκλεισε και το τελευταίο απομεινάρι της ζωής της Ζήνας μας... Έβλεπα την άσπρη σάρκα με το ξανθό κεφάλι ήρεμα τώρα να μένει ξαπλωμένη γδυτή στο κρεββάτι. Κι' ήθελα να την αγκαλιάσω, να τη σμίξω στα στήθια μου, να τη γιομίσω με φιλιά. Μα τα χαντρένια μάτια της σαβανώτρας καρφώθηκαν πάνω μου:
─ Ένα κομμάτι χασέ και τα ρούχα της.
─ Τώρα...
Βγήκα κι' αντάμωσα στη σάλα την αδελφή μου πεσμένη στην πολυθρόνα να κλαίει μ' αναφιλητά:
─ Λίγο χασέ για σάβανο της Ζήνας μας!
Έφυγε να φέρει το νεκρικό πανί και πήγα να βρω το φορεματάκι της.
Το σπίτι ήταν εντελώς βουβό με μια έκφραση σκουντουφλιασμένη. Περίεργο, αν κ' ήξαιρα καλά, πως οι τοίχοι, τα έπιπλα, το ταβάνι, ποτές δεν κουνιόντουσαν, μόνο σήμερα μού φαινόνταν πως μένανε ακίνητα, μες την αποβλακωμένη σιωπή τους. Οι πόρτες τρίζανε βαρειές στο άνοιγμα κι' όταν άνοιγα το κομό για να πάρω το φορεματάκι της Ζήνας, η μυρωδιά της λεβάντας χτύπησε θλιβερά στο πρόσωπό μου. Στο ανοιχτό συρτάρι του κομού, που μέναν ταχτοποιημένα τα ορφανεμένα πια φουστανάκια της Ζήνας μας, ένιωθα απλωμένη πάνου στις κεντητές ποδίτσες και στα νταντελένια μισοφοράκια και στα κάτασπρα ζιπουνάκια της, σ' όλο το μικρό της νοικοκυριό, τη μυρουδιά του θανάτου. Ήτανε μια μυρουδιά σαπισμένων λουλουδιών σαν την ατμόσφαιρα της εκκλησίας στις νεκρώσιμες ακολουθίες, όταν τόσο βαρύ ανακατεύεται το νεκρολίβανο, με το άρωμα των νεκρικών στεφανιών...
Και τότε ήτανε η μόνη στιγμή που ήμουνα απέραντα μόνος με τον πόνο και με το θάνατο. Όσες φορές βρισκόμουνα πλάι στον πατέρα και την αδελφή μου αισθανόμουνα την καρδιά τους να χτυπάει το ίδιο ακατανόητα και θλιβερά. Μα τώρα, που μπορούσα εντελώς ήρεμος ν' αγκαλιάζω το φορεματάκι της Ζήνας μας, να ρουφώ μέσα απ' τ' αέρινο πανί του τα πιο αέρινα κύματα του παιδιάτικου ιδρώτα της που τόχε ποτίσει, μόνο τώρα μπορούσα να αισθανθώ το τι μας είχε κάνει ο θάνατος· μα κι' αυτό όχι καθαρά, μα θαμπά μέσ' απ' τα κύματα του αιφνίδιου κι' απρόσμενου.
Η Ζήνα έχει πεθάνει. Τουλάχιστον μπορώ και βλέπω μπροστά μου την τελευταία εικόνα της ζωής της. Κρατάω κάτω απ' τα μάτια μου τη βεβαιότητα πως η εύπλαστη σάρκα δε θα συσπαστή πια, πως απ' τ' αέρινο κείνο κορμί δε θακουστή ούτε μια λέξη. Όμως τίποτα δεν έχει αλλάξει στην ήρεμη αυτή νύχτα της πρώιμης άνοιξης. Απ' τα σφιχτομανταλωμένα παράθυρα γλιστράνε οι μακρυνές φωνές των κανταδόρων του δρόμου και πίσω απ' τα παντζούρια αισθάνουμαι ν' αργοκυλάνε οι αχτίδες του φεγγαριού. Μα στον ήσυχο δρόμο, στη σειρά των λευκών σπιτιών, ο σιγανός νυχτερινός αγέρας θα φουσκώνει κάποια μαύρα πανιά. Και τα πανιά αυτά είναι κρεμασμένα στην πόρτα μας. Τα μαύρα πανιά της βαρκούλας του θανάτου... Η κάμαρη φωτίζεται απαίσια κίτρινη από ένα μόνο ηλεκτρικό λαμπιόνι. Το φως πέφτει λερωμένο απ' τη μαυρισμένη φούσκα και χύνεται σκοτεινότερο απ' το βαθύχρωμο αμπαζούρ. Στον καναπέ είναι καθισμένη η αδελφή μου με το κεφάλι χωμένο στα χέρια. Βλέπω καλά πως δεν κλαίει. Και νιώθω τον τραγικό σπαραγμό της, το βουβό της παράπονο που γεννάνε οι θύμησες και οι πιο ασήμαντες ακόμα, καθώς μια - μια λησμονημένες ξαναγυρίζουνε, δίχως να σπάνε απ' το κατρακύλισμα των δακρύων.
Στη μέση της κάμαρης είναι μια καρέκλα. Κι' απάνου της μια λευκή λαμπάδα κάνει να κυματίζη το σύννεφο του καπνού του θυμιατηριού, γιατί εκεί στη μέση, απάνου στο ξύλινο μικρό τραπεζάκι, η Ζήνα μας περνάει τις τελευταίες ώρες μαζί μας.
Την κάσα την ήθελε η αδελφή μου άσπρη βαθιά, από λεπτό βερνικωμένο ξύλο με μπρούτζινα στα πλάγια. Μικρή απάνου στο τραπέζι ήτανε σαν μια βαρκούλα που θάσκιζε το άπειρο διάστημα απ' τη ζωή στον τάφο. Τόσο μεγάλο ταξίδι κι' όμως η μικρή βαρκούλα δεν είχε φόβο απ' την τρικυμία.
Είναι οι πρώτες ώρες του θανάτου. Ακόμα δεν είχε χωθή στο σπίτι μας ο ξένος κόσμος για να σκυλέψει τον πόνο μας και μπορώ να κοιτάζω καλά τη Ζήνα μας στο νεκρικό της κρεββάτι. Το κορμάκι της είναι απλωμένο μακρύ σα νάχει ψηλώσει. Τα χεράκια της σταυρωμένα τάχαν δέσει με μια άσπρη ατλαζωτή κορδέλλα. Εκεί στο γυμνό μπρατσάκι βλέπω την τελευταία γρατζουνιά, μια ρόδινη γραμμή, ένα αυλάκι της ζωής, της κίνησης, του πόνου, της χαράς και τα κομμένα της χρυσά μαλλιά είναι ομορφοχτενισμένα και στεφανωμένα από ένα δειλό στεφάνι λεμονιάς. Είναι μπροστά μου ακίνητη, με το λεπτό καλοκαιριάτικο άσπρο φουστανάκι της, με τα χεράκια γυμνά και το στηθάκι της ανοιγμένο. Κι' ο θάνατος, τ' ανακάτεμα αυτό της φρίκης, του πόνου και της απελπισιάς, φωτογραφίζει για στερνή κ' αιώνια φορά στο μυαλό μου την πεθαμένη αδελφούλα μου.
Τα μεγάλα της γαλάζια μάτια είναι κλειστά και στις άκρες των χειλιών διακρίνω κάποια σύσπαση, σαν ένα στερνό καθυστερημένο γελάκι, ένα κάτι που απ' τη βιάση του ο θάνατος έσυρε μαζί του απ' τη ζωή.
Δεν ξαίρω τι μου συμβαίνει. Η ιδέα του θανάτου, τόσο νωπή ακόμα, δεν μπορεί ν' αποτυπωθή καθαρά μέσα μου και να πάρει την τελευταία της μορφή. Ξαίρω μόνο πως αύριο η Ζήνα μας θάναι χωμένη σ' ένα λάκκο δυο μέτρα βαθιά μέσα στη γη, γι' αυτό χώνω το χέρι μου κάτου απ' το νεκρικό μαξιλάρι κι' ανασηκώνω το μοιροστόλιστο κεφαλάκι και γιομίζω με φιλιά λάγνα, λαίμαργα, το ξυλιασμένο κορμί.
Τόσο μόνο ήταν ο θάνατος; Μια ανησυχία απροσδιόριστη, ένας αιώνιος τρόμος σαν να κρέμεται κάτι πάνου απ' το κεφάλι μου, έτοιμο να πέσει βαρύ και να με θρυμματίσει. Τίποτα περισσότερο! Μόνο ο πατέρας έχει αλλάξει. Βλέπω καλά μέσα στο βαθύ καμπύλωμα των χιονισμένων φρυδιών του τον αγώνα που κάνει το γέρικό του κορμί να κρατήσει γερά, αντρίκια, το βάρος ενός θανάτου. Μα έρχονται στιγμές, όταν η φωνή του ακούγεται βαριά, επίσημη, προς τους ανθρωπάκους, που έρχονται να κρυφοκοιτάζουν τον πόνο μας, να κρυφακούσουν τους στεναγμούς μας, στιγμές που νομίζω πως δεν λυπάται καθόλου.
Η αδελφή μου είναι παραδομένη στο γυναικείο θρήνο, πνιγμένη απ' τους λυγμούς και τ' αναφιλητά. Κι' αμίλητος, καθισμένος πλάι στο βουβό φέρετρο, πολεμάω να βρω κάτι για να επικοινωνήσω με την πεθαμένη. Μα όσο κι αν ψάχνω, πουθενά δεν μπορώ να βρω έναν κρίκο που να με δέσει μαζί με το πτώμα. Κι όταν ακόμα θέλω να φαντασθώ έναν παράδεισο, που θα πλανιέται πρόσχαρη η Ζήνα μας, τ' όραμα αυτό μου τόχουνε σπάσει. Και ψάχνω ανωφέλευτα να νιώσω στον αγέρα, στο σαστισμένο αγέρα της θαμποφωτισμένης κάμαρης, κάποιο φτερούγισμα της ψυχής της. Δεν είναι τίποτα, μόνο στην κάσα ένα βουβό πτώμα· κι' ύστερα... Μα αυτό το ύστερα δεν θέλω, δεν τολμάω να το κοιτάξω.
Η νεκρή είναι σκεπασμένη με το σεντόνι. Δεν ήρθε ακόμα η στιγμή που θα την σκεπάσει το χώμα. Κι' όλοι τριγύρω βουβοί σαν να μιλάμε με τον εαυτό μας. Μα εαυτός μας σήμερα είναι ένα μικρό κοριτσάκι τριών χρονών. Κι ακόμα το κοριτσάκι αυτό στη σκέψη όλων μας δεν είναι πεθαμένο· και τώρα μου φαίνεται πως αργεί, αργεί πάρα πολύ να τελειώσει κανείς με τη ζωή...
Μες τη βουβή σάλα δεν ακούγεται παρά ένα κλάμα παιδιάτικο, σα νάρχεται από μακρυά. Είναι το παιδί της παραμάνας που κλαίει. Τι με νοιάζει αν κάθε του λυγμός θα μου σπαράζει την καρδιά, καθώς θα βλέπω τη Ζήνα μας ξαπλωμένη στο νεκροκρέββατο, αφού θα ελπίζω πως μες τις δώδεκα ώρες του μαρτυρίου θα βρεθή μια στιγμή -ίσως και κάτι λιγότερο από μία στιγμή- εκεί μεταξύ ύπνου και ξυπνήματος, στο κενό ενός ονείρου και της πραγματικότητας, που θα μπορή να γελαστή και να νομίζω πως είναι η Ζήνα μας που κλαίει. Ο θάνατος έχει πια σκοτίσει ολότελα το μυαλό μου· κ' η σκέψη μου πλανιέται στα περασμένα τρομαγμένη, ψάχνοντας να εξηγήσει το κάθε τι, δίνοντας σημασία και στο μικρότερο πράμμα, στην πιο τυχαία ή πιο φυσική σύμπτωση.
Μα είναι τόσο φοβερό να κοίτεται στη μέση της κάμαρης ένα παιδάκι τριώ χρονών πεθαμένο, αυτό το τόσο όμορφο, τη στιγμή που τόσα αρρωστεμένα κορμιά σέρνουν τη σαπίλα τους στους δρόμους, ώστε όλα τα πράγματα θαμπώνονται μπροστά μου, σαν κάποια αόρατη μοίρα ν' ανοίγει μπρος στα μάτια μου ένα θαμποδιάφανο λευκασμένο χέρι.
Κ' έτσι για ώρες ολόκληρες λέω ακόμα στον εαυτό μου πως η Ζήνα μας τόξαιρε πως θα πέθαινε, γιατί κάποιος νόμος αόρατος σε μένα είχε γραφτεί στον αέρα του σπιτιού μας.
Μα είμαι τόσο άρρωστος απόψε! Κ' η Ζήνα μας είναι τόσο ωραία, τόσο πολύ ωραία έτσι πεθαμένη, που μπορώ και γελιέμαι και πιστεύω πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι που πλημμύρισαν το σπίτι μας, γείτονες, συγγενείς, στενοί φίλοι, όλ' αυτά τα μάτια που κρυφοβλέπανε τη Ζήνα μας ζωντανά, εκφράζουνε τώρα ένα αληθινό πόνο. Ω, δεν μπορεί παρά έτσι νάναι. Ξαίρω πως μόλις περάσουνε το κατώφλι μας, όλ' αυτά θα είναι μια συνηθισμένη ιστορία, μα τώρα, τις στιγμές που αντικρύζουνε το τόσο γερό, το τόσο καλοκαμωμένο αυτό κορμί, δεν μπορούν παρά να λυπούνται. Είναι τόσο ωραία η Ζήνα μας πεθαμένη!...
Ο πατέρας έτρεχε από δω κι' από κει. Φρόντιζε για όλα αυτός, το ίδιο στο θάνατο όπως και για τη ζωή... Μα τώρα ήρθε πια ήρεμα να ξεκουραστεί πλάι στο πεθαμένο παιδί του. Κ' η σάλα είναι σχεδόν άδεια και μες στη μέση μπροστά στη Ζήνα μας στεκόμαστε κ' οι τρεις. Τα δακρυσμένα μάτια μας ανταμώνουνται για μια στιγμή, κάτι θέλουν να πουν, μα ανοίγει μια αγκαλιά και ενωνόμαστε κ' οι τρεις σ' ένα φιλί. Κι' απάνω ψηλά η φωτογραφία της πεθαμένης μητέρας απλώνει μια ματιά πικραμένη κι' ευλογητική.
Τελείωσε πια κι' αυτό. Η επίσημη στιγμή που αναγνωρίσαμε την ήττα μας μπρος στο θάνατο, η στιγμή που ενωθήκαμε όλοι για να δούμε τις κουρελιασμένες δυνάμεις μας και να τις ετοιμάσουμε τώρα πια για την πάλη με τη ζωή.
─ Έγιν' ένα αγγελούδι... μπόρεσα να πω και δυο γερασμένα μάτια με κοίταζαν μ' ευγνωμοσύνη κι' άλλα δυο με κοίταζαν ενθαρρυντικά...
Αύριο η Ζήνα μας θάναι θαμμένη...
Πρέπει δίχως άλλο νάχουνε περάσει από τότες πολλά χρόνια, αφού έρχονται στιγμές που αμφιβάλλω αν είχα ποτές μιαν αδελφούλα.
Τότες χρειάζεται ν' ανοίξω το εικονοστάσι. Εκεί είναι μια μικρή Παναγίτσα, που πίσω της είναι γραμμένο με το ξεθωριασμένο γράψιμο της μητέρας μου: «Η Ζήνα μας γεννήθηκε στις 15 Ιουνίου 19... ημέρα Σάββατο». Και παρακάτου με πηχτό μαύρο μελάνι τα γράμματά μου «Πέθανε τριών χρονών τον Απρίλη του 19...» Και τότες ξαναβλέπω ένα μικρό λοφίσκο από βότσαλα μες το τετράγωνο του μνήματός μας και κάποιο πέτρινο σταυρό. Κι' αναθυμάμαι ένα μικρό κοριτσάκι με λαμπερά ολόχρυσα μαλλιά και φωτερά βαθυγάλαζα μάτια.
Αν κ' έχουνε περάσει τόσα χρόνια, εξακολουθώ ακόμα να βλέπω τη Ζήνα μας το ίδιο μωρό παιδάκι. Ποτές δε μπόρεσα να τήνε φαντασθώ μεγαλωμένη κοπέλλα. Πώς μπορούσε άλλωστε να μεγαλώσει. Ο τάφος είναι τόσο μικρός!...
Μπατιστάτος Παναγής,
ΑΘΛ.Ε.ΠΟΛΙ.Σ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου