...Στην αφετηρία...
✺
ma sœr l' eau...»
Amours mystiques
H αδελφή μου η βροχή, η αγαπημένη μου! Να, χτυπάει την πόρτα μου σιγανά, σαν το τρομαγμένο το πουλί. Ήρθε πάλι να με βρει. Δεν είναι τρόπος να τη μποδίσω. Σα ρίξει επάνω μου το γήτεμά της, δεν είναι φευγιό, ούτε κι οι χρυσές γλώσσες της φωτιάς που στήνουν το χορό τους μέσα στο τζάκι, ούτε κι αυτές δεν έχουν τη δύναμη να τήνε κρατήσουν μακρυά μου. Εκείνη γνωρίζει την ώρα και τη στιγμή που οι πόρτες της καρδιάς είναι έτοιμες ν' ανοίξουν. Τα χεράκια της τα νοτισμένα τι όμορφα που ξέρουν να ξεθηλυκώνουν της μνήμης τις κλειδαριές! Ήρθε και στάθηκε αντίκρυ μου εκεί που η πορτοκαλιά η λάμψη της φωτιάς να μην τη φτάνει. Στάθηκε απόμερα και κάρφωσε επάνω μου τις μουντές κόρες των ματιών της. Στο άγγισμά της όλα θρυβουλιάζονται και γίνονται ένα. Δεν υπάρχει πια το χτες και το σήμερα. Να, ακούμπησε τ' απαλό της χέρι στο χέρι μου. Πώς ν' αντισταθώ; Άβουλη θα με σύρει στ' αχνάρια της. Θα με πάρει να πληνηθούμε μαζί στα χορταριασμένα μονοπάτια της Μνήμης, η αδελφή μου η βροχή.
Σάββατο πρωί ώρα 8 και 4'. Σ' ένα λεπτό θα χτυπήσει το δεύτερο κουδούνι και θα παρουσιαστεί ο κ. Βαλάσης των Φυσικομαθηματικών, ψηλός, χοντρός, ένας άνθρωπος βουνό! Σκυμμένα όλα τα κεφάλια στο βιβλίο. Ρίχνουμε μια τελευταία ματιά στο μάθημα: Όζον = μορφή οξυγόνου, λαμβανομένη εξ αυτού δι' επιδράσεως ηλεκτρικών εκκενώσεων...
- Αδαμαντίου Άννα, σε ζητούν!
Τινάζομαι όρθια. Τι; Ποιος; Εμένα; Στο άνοιγμα της πόρτας στέκεται η ξερόλιγνη, κάπως καμπουριαστή φιγούρα της κυρίας Παπαζή. Όλα τα μάτια αφήνουν το βιβλίο και γυρίζουν επάνω της.
- Αδαμαντίου, είπα, σε ζητούν.
Γίνομαι ολόκληρη ένα ερωτηματικό. Πώς; Εμένα ζητούν Σάββατο πρωί, ένα λεπτό πριν μπει ο καθηγητής στην τάξη! Ποιος τολμά;
- ... κάτω στο Μεγάλο Διαλεκτήριο, συμπληρώνει με πρωτάκουστη προθυμία η κυρία Παπαζή.
Βγαίνοντας έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο με τον κύριο Καθηγητή που μπαίνει στην τάξη.
Κοντοστέκομαι, αλλά εκείνος με κοιτάζει σα να μου λέει: Ξέρω, πήγαινε.
Άραγε πόσο θα σκανδαλίζεται ο ιδρυτής, που τυλιγμένος στην πέτρινη ρεντιγκότα του και στην πέτρινη χλαμύδα του ίσαμε τα πόδια, είναι στημένος στο κεφαλόσκαλο και εποπτεύει από ψηλά κάθε τι που γίνεται στο οικοτροφείο του! Μια μαθήτρια του Γυμνασίου, τελειόφοιτος μάλιστα, να φέρεται τόσο άπρεπα! Να κατεβαίνει δρασκελώντας δυο - δυο τις πλατιές μαρμάρινες σκάλες! Αίσχος! Αν μπορούσε, θα σήκωνε το χέρι να κρύψει τα μάτια του.
Εμένα το μυαλό μου ξαναμασά το παράξενο μήνυμα: Σήμερα Σάββατο, με ζητούν· και ήρθε αυτοπροσώπως η κυρία Παπαζή να μου φέρει την είδηση... και στο Μεγάλο Διαλεκτήριο. Ανήκουστο!
Αυτό το Διαλεκτήριο είναι ο παράδεισος ο κλειδομανταλωμένος. Ανοίγεται μια φορά τη βδομάδα για τις τυχερές που θα δεχτούνε επισκέψεις. Την Κυριακή το πρωί ο κυρ-Ανέστης, ο θυρωρός, ξεκρεμά την αρμαθιά τα κλειδιά του, παίρνει ένα -το λιγότερο γυαλιστερό- και ανοίγει την αίθουσα την πελώρια. Δυο σειρές καθίσματα με τα κατακάθαρα σταχτιά τους ντυσίματα, με τη ράχη ακουμπισμένη στον τοίχο σε φανατική τάξη -ούτε μια τρίχα δεν παραστρατίζουν- στέκονται και περιμένουν. Κυριακή πρωί! Μια ανατριχίλα τα περνά. Εγγίζει η ώρα που θα ζωντανέψουν, που θα χάσουν την αλύγιστη ατσαλάκωτη αξιοπρέπειά τους. Σε λιγάκι η μαμά, ο κηδεμών, η ξαδέλφη, ο μπαμπάς, η αδελφή, ο θείος θ' αρχίσουν να 'ρχονται ο καθένας με το χαμόγελο στο στόμα και το δεματάκι με τα γλυκά στα χέρια. Τι αγκαλιάσματα! Όλη η συμπιεσμένη κοριτσίστικη τρυφερότητα βρίσκει τρόπο να ξεχυθεί. Τι ώρα είναι; ρωτά η Κατερίνα.
- Δέκα και είκοσι, απαντά η Ευτέρπη... δέκα λεπτάκια ακόμη... δέκα λεπτά... σα χτυπήσει η μισή θ' αρχίσουν να 'ρχονται... άραγε εμένα ποιος θα με θυμηθεί; Θα 'ρθει ο μπαμπάς... για η Κούλα, ίσως και ο Μίμης...
Φτάνει τρεχάτη με αναμένα μάγουλα η μικρή που παίζει τη μέρα εκείνη το ρόλο του αγγελιαφόρου των θεών. Ξέρει τη σπουδαιότητά της και το πρόσωπό της αστράφτει: Ελένη, Μαρία, Στάσα... σας ζητούν. Δεν είναι ανάγκη να ρωτήσεις: Πού; Μόλις ακουστεί ο μαγικός λόγος, η καρδιά αρχίζει να χτυπά όπως τα σήμαντρα τη Λαμπρή. Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, όλες οι μέρες του Θεού έγιναν για να ετοιμαστεί η Κυριακή. Όμως σήμερα είναι Σάββατο... 8 - 9 κι' έχουμε Χημεία κι' η κυρία Παπαζή... όχι, δεν καταλαβαίνω.
Η πόρτα του Διαλεκτηρίου είναι μισάνοιχτη. Σταματώ στο κατώφλι. Τα πόδια μου λύθηκαν και δε θέλουν να το δρασκελίσουν. Τι ξαφνικός φόβος είν' αυτός! Τι να 'ναι άραγε; Κανένα κακό;
Ρίχνω μια ματιά στη μισοσκότεινη αίθουσα. Αντίκρυ μου το παράθυρο προς στην αυλή με τα τζάμια του λουσμένα στη βροχή. Ένα μεγάλο κλαδί της ακακίας του περιβολιού, δαρμένο από τον αέρα, έρχεται και ξανάρχεται και χτυπά με ορμή το τζάμι. Χτυπά τόσο δυνατά, παρά λίγο να το σπάσει να χωθεί μέσα. Κάνει σαν άνθρωπος που κινάει βιαστικός να σου φέρει ένα μήνυμα. Έρχεται τρεχάτος και σου ταράζει την πόρτα να μπει μέσα να σου το γνωρίσει. Γιατί να φοβούμαι; Μπα! Ανοίγω με μιας την πόρτα. Το λιγοστό χειμωνιάτικο φως της αίθουσας σκουραίνει πιότερο απ' το κλαδί. Στο βάθος μια γυναικεία σκιά στέκεται όρθια. Να, έρχεται προς εμένα. Α! Η θεία Θηρεσία. Πέφτω στην αγκαλιά της και τα χέρια μου τυλίγονται στο λαιμό της. Με φιλεί απανωτά. Υγραίνεται το πρόσωπό μου.
- Είστε μουσκεμένη από τη βροχή, θεία. Μα τι καλή ιδέα που ήρθατε! Πόσο χάρηκα! Πόσο χάρηκα!
Γύρισε προς εμένα τα αγαθά μυωπικά της μάτια. Είχανε τόση απορία, που σώπασε σαστισμένη. Γιατί τάχα, μήπως δεν είναι αλήθεια πως χάρηκα; Εδώ μέσα κλεισμένη, την έβλεπα τόσο σπάνια! Εκείνη κατοικούσε στην πολιτεία και μόνο κάποτε το καλοκαίρι ερχόταν στο χωριό μας. Κάτι έκανε να μου πει, μα σταμάτησε. Έψαξε στο μυαλό της να βρει τα λόγια που ήθελε, μα δεν τα βρήκε, ως φαίνεται. Μου χάιδεψε τα μαλλιά. Α! Χάρηκες! Χάρηκες που με είδες! είπε συλλογισμένη και το βλέμμα της καρφώθηκε πέρα, σα να 'βλεπε κάτι επάνω απ' το κεφάλι μου, κάτι απόμακρο και σκοτεινό. Την έπιασα από το χέρι και την έσυρα προς το πιο κοντινό κάθισμα.
- Ελάτε, θεία. Σας άφησα τόση ώρα στο πόδι.
- Όχι, όχι, είπε, σχεδόν απότομα. Δε θα καθήσω. Δεν έχουμε καιρό.
Κι' ύστερα γλήγορα - γλήγορα, σαν παιδί που το 'στειλαν να κάνει ένα θέλημα και φοβάται μην τα μπερδέψει:
- Σήμερα θα πάγω στο χωριό, στους δικούς σου. Σκέφτηκα πως θα ήθελες να' ρθεις μαζί μου. Τι λες;
Για φαντάσου! Να με ρωτούν αν θέλω να πάω στο χωριό! Εγώ που μέρες - μέρες, σα με πιάνει η λαχτάρα του, μου 'ρχεται, έτσι πώς να το πω; Να πετάξω, να πάω να το βρω το πράσινό μου το χωριό, στου λόφου την πλαγιά. Κάποτε τα βράδια, την ώρα που θ' ανάψουν τα φώτα στο σπουδαστήριο, σκουπίζω κρυφούτσικα τα μάτια μου, με μη ιδούν και γελάσουν οι άλλες.
- Με ρωτάτε, θεία, αν θέλω. Όμως... σήμερα είναι αδύνατο να μ' αφήσουν, είμαι βέβαιη.
- Έχω ζητήσει άδεια εξόδου για σένα... Μπορείς να 'ρθεις μαζί μου. Έρριξε μια ματιά στο ρολόι της.
- Τρέξε ντύσου, να προφτάσουμε το πρωινό. Μην αργείς...
Πιάνεται η πνοή μου από το θαυμασμό.
Αυτή η χλωμή θεία, με τη σιγανή, ευγενική φωνή, που τρέμει λιγάκι σαν τρομαγμένη, αυτή τα κατάφερε! Της έδωσαν την άδεια να φύγω! Και πότε; Ενώ αύριο ξημερώνει Κυριακή. Κι' αυτή η Κυριακή δε μοιάζει με τις άλλες. Πώς την περιμένουμε όλες, με τι καρδιοχτύπι! Και πώς η κυρία Διευθύντρια, ύστερα από όσα μου είπε χτες, πώς τώρα μου δίνει την άδεια να λείψω αύριο; Να ξέχασε τάχα; Περίεργο.
Τι χρειάζεται για να φορέσει κανείς την μπλε σαγιακένια στολή με τις τρεις πλατειές πιέτες τσιτωτές επάνω στο στήθος! Και το καπέλλο με τις δυο του βελουδένιες γροθιές, τη μια δεξιά βυσσινί και την άλλη ζερβά μπλε! Περνώ το λάστιχό του στο μπράτσο και κυλώ πάλι στις σκάλες. Προσέχω να μην κάνω θόρυβο, μα τα βήματά μου αντηχούνε ανυπόφορα. Οι διάδρομοι έρημοι, οι τάξεις κλεισμένες. Όλο το σχολείο βρίσκεται στο μάθημα. Μόνο εγώ φεύγω. Θα πάω στο χωριό μου... από πότε έχω να το ιδώ; Από τις παύσεις των Χριστουγέννων τότε που είχαμε έξοδο. Ο θυρωρός μάς ανοίγει την πόρτα κι' η απορία του είναι τόση, σα μάς βλέπει να φεύγουμε, που ξεχνιέται και την αφήνει ανοιχτή, όσο να μπουν τα νερά. Έξω μας παραλαβαίνει η βροχή.
- Αμαξά! φωνάζει η θεία.
Τι μεγαλείο! Θα πάμε αμαξάδα ως τη Γέφυρα. Το βαποράκι σφυρίζει. Ένα λεπτό ακόμα και το χάναμε. Εκεί μέσα στα στεγνά, επάνω στους κόκκινους βελουδένιους καναπέδες, πλημμυράει η ευτυχία. Καλά, χρυσή θεία Θηρεσία! Πώς να της πω ευχαριστώ; Τώρα που συνέφερα θέλω πρώτα - πρώτα να τη ρωτήσω πώς τάχα τής ήρθε η ιδέα σήμερα μ' αυτή τη νεροποντή να πάει στην εξοχή. Θέλω να τη ρωτήσω τι κάνει η μάνα. Κι' ο πατέρας που ήταν τελευταία ανήμπορος, έγινε καλά; Έχω καμιά δεκαριά μέρες που δεν έλαβα γράμμα τους κι' ανησύχησα.
Κάνω μια δειλή αρχή στην κουβέντα:
- Είστε καλά, θεία; Βολευτήκατε;
- Καλά, παιδί μου, απαντά, η φωνή της ξέθωρη. Και κοιτάζει το φινιστρίνι αντίκρυ της, όπου το ένα κύμα έρχεται πηδώντας κι' ανταμώνεται με το άλλο. Πράσινο κύμα και άσπρος αφρός. Ποτέ δεν την είδα τη θεία τόσο αφηρημένη.
- Ελπίζω να προφτάσουμε, μουρμουρίζει πιότερο στον εαυτό της παρά σε μένα. Και ξαναχάνεται στους λογισμούς της.
Λοιπόν, είναι αλήθεια! Σε μια ωρίτσα θα βρίσκομαι σπίτι. Μα πώς δεν πηδώ απ' τη χαρά μου! Τόσο ξαφνικά! Και τι θα πει η μάνα, σα με ιδεί αντίκρυ της έτσι αναπάντεχα; Από την αυγή! Σίγουρα δε θα 'χει τελειώσει ακόμη τις πρωινές της δουλειές. Θα βάλω μια φωνή: Μάνα! Κι' εκείνη θ' αφήσει το σεντόνι που κρατεί και θα σκύψει απ' το παράθυρο απορημένη ποια είναι αυτή η φωνή που την καλεί. Τα παιδιά θα είναι σχολείο· θα βρω τον πατέρα καθισμένο στην πολυθρόνα του κάτω στην καμαρίτσα, δίπλα στο τζάκι. Τώρα πια χειμώνιασε, βρέχει, δεν μπορεί να ξημεροβραδιάζεται στην αυλή. Αχ! Αυτή η δύσπνοια πώς τον τυραννεί.
- Μέσα στο σπίτι δεν έχω αέρα. Πνίγομαι, μάς έλεγε. Τώρα η κλεισούρα μέσα στην κάμαρα πόσο θα τον στενοχωρεί. Κι' η μητέρα πλάι του, νύχτες ακοίμητη, θα τού δίνει τις σταγόνες του, θα τον νταντεύει σαν το μωρό. Ας είναι καλά η θεία Θηρεσία! Απόψε εγώ θα του κάνω συντροφιά. Πλάγιασε, εσύ, μανούλα, τώρα είμαι εγώ εδώ. Θα με ρωτάει για τα μαθήματά μου, εκείνος που είναι σοφός και τα ξέρει όλα. Μη φοβάσαι, δε θα τον αφήσω να κουραστεί. Θα του διηγηθώ όλα όσα έμαθα. Θα χαμογελάσει και θα μου πει: «Μα εσύ έγινες πια σοφή». Κι' εγώ όλο και θα του μιλάω σιγά - σιγά κι' απαλά όσο ν' αποξεχαστεί και να γίνει η ανάσα του ήσυχη και κανονική σαν του μωρού... και θ' αποκοιμηθεί στην πολυθρόνα του. Όμως, τι κρίμα! Πρέπει χωρίς άλλο αύριο να γυρίσω στο σχολείο. Θα 'ρθει η σειρά μου αύριο το απόγευμα... Αδαμαντίου Άννα, θα φωνάξει η υποδιευθύντρια, που κρατεί το πρόγραμμα, κι' εγώ θα λείπω... όχι, δε γίνεται. Πρέπει να το εξηγήσω της θείας για ποιο λόγο είναι ανάγκη αύριο να βρίσκομαι στο σχολείο. Έχουμε μια τελετή, κι' εγώ... Α, όχι! Αυτό όχι. Αυτό το 'χω κρυμένο για της μανούλας το αυτί πρώτα - πρώτα. Ήταν να της το παραγγείλω με γράμμα. Όμως να τώρα που το 'φερε η τύχη -πώς μ' αγαπά η τύχη αυτή τη φορά!- και πηγαίνω μονάχη μου να της το πω. Θα την αγκαλιάσω σφιχτά - σφιχτά, όσο που να της κοπεί η ανάσα, θα της φιλήσω τα μικρά της τα χεράκια τα ακούραστα, και θα της πω: «Μανούλα, σ' ευχαριστώ». - «Και γιατί, χρυσή μου;» θα με ρωτήσει. Και τ' αγαπημένα της τα μάτια θα με κοιτάζουνε γελαστά. -«Για τι πράμα μ' ευχαριστείς τόσο πολύ;» Τότε, έτσι καθώς θα 'μαι σφιγμένη κοντά της, θα της τα διηγηθώ όλα! Να τι θα της πω: «Αύριο είναι η τελετή... όχι, πιο σωστά ν' αρχίσω από την αρχή: Λοιπόν, τον μήνα που μας πέρασε είχαμε τους διαγωνισμούς της εξαμηνίας, ξέρεις. Έγραψα καλά, ας πούμε, καλούτσικα. Στην Άλγεβρα τα μπέρδεψα λιγάκι, όχι και πολύ, τελοσπάντων δεν έχει μεγάλη σημασία. Στις Εκθέσεις μάς έδωκαν ένα θέμα κοινό για όλες τις τάξεις του Γυμνασίου: “Η μητρική στοργή”. Σκεφθείτε καλά πριν εκθέσετε τας ιδέας σας, μας είπε ο κύριος Δαμιανός. Από τον τρόπο, με τον οποίο θα χειρισθείτε το θέμα σας, θα κριθεί κατά μέγα μέρος η εις τα Ελληνικά βαθμολογία σας. Ακούς εκεί! Και τι μου χρειάζεται εμένα να σκεφθώ για να μιλήσω για τη Μητρική στοργή; Έκλεισα τα μάτια, μανούλα, σε είδα μια στιγμή αντίκρυ μου. Και άρχισα να γράφω. Νεράκι τρέχαν τα κατεβατά. Ποιος στον κόσμο μπορεί να γνωρίζει καλύτερα από μένα τι εστί η μητρική στοργή; Ποιος μπορεί να σταθεί αντίκρυ στην κόρη, τη δική σου; Προχτές λοιπόν, σαν τελειώσαμε πια, νάσου και μπαίνει στην τάξη ο κύριος Δαμιανός την ώρα των Ελληνικών. Τον τρελλάναμε στα ρωτήματα: Πώς γράψαμε, κ. Καθηγητά; Πέστε μας, κ. Καθηγητά, γράψαμε καλά; Πήγε να του φύγει ο νους. Σηκώνεται όρθιος, ακουμπά τις παλάμες του στην έδρα του, έτσι που οι ώμοι του και τα χέρια του να σχηματίζουν ένα Π, μας κοιτάζει επάνω από τα γυαλιά του και μας λέει από τα κατάβαθα της μύτης του: «Ησυχία, παρακαλώ». Εμείς το σκοπό μας: Πώς γράψαμε, κ. Καθηγητά;
- Κατά το μάλλον ή ήττον καλά! Και ύστερα, δείχνοντάς με με το δάχτυλο, γιατί σχεδόν ποτέ δεν ξεστομίζει τ' όνομά μας, μού λέει: Οφείλω να κάμω ιδιαιτέραν μνείαν της εργασίας σου. Η έκθεσίς σου, περί μητρικής στοργής, περιέχει πολύ αίσθημα. Και σα να ντράπηκε για τον άπρεπο λόγο, είπε να τον διορθώσει και πρόσθεσε: Επιπλέον δεν έχει ανορθογραφίες. Η Κατερίνα δίπλα μού πάτησε μια τσιμπιά στο μπράτσο. Πώς βαστάχτηκα και δεν ξεφώνισα!
- Eύγε, τέκνον μου, μουρμούρισε, ξέρεις ορθογραφία! Όπου την ίδια μέρα, στου εργοχείρου την ώρα, έρχεται μια μικρή και με φωνάζει: Σε ζητεί η κυρία Διευθύντρια. - Πού; - Στο γραφείο. Τρεμούλα και άγιος ο θεός! Δε σε καλούν στο γραφείο για ψύλλου πήδημα. Μήπως τις περασμένες που γελούσαμε με την Κατερίνα την ώρα της Κοσμογραφίας μάς πήρε είδηση ο Καθηγητής; Μήπως;... Μου κόπηκε η χολή.
Ήταν μαζεμένοι στο γραφείο όλοι οι Καθηγηταί για τη βαθμολογία των διαγωνισμών, γύρω σ' ένα τραπέζι και το τραπέζι όλο τετράδια. Με την ακρίτσα του ματιού διάκρινα επάνω - επάνω τα δικά μου γραπτά. Η Διευθύντρια γύρισε και μου είπε: Η έκθεσίς σου Περί μητρικής στοργής έκαμε πολύ καλήν εντύπωσιν εις τους κυρίους Καθηγητάς. Ησθάνθης το θέμα σου βαθειά και το εξέφρασες με τον καλύτερον τρόπον. Φαίνεται ότι ήντλησες από το περίσσευμα της καρδίας σου... Ακούς, μάνα; Από το περίσσευμα, λέει, εμένα ολάκερη η καρδιά μου είναι περίσσευμα. Και τότε έγινε κι' ένα από τα άγραφα. Ο Mr Charcet σηκώθηκε κι' έτσι τρεμουλιαστός όπως είναι μού έδωσε το χέρι του. «Συγχαρητήρια mademoiselle (φαντάσου, ξέρουμε δεν ξέρουμε μάθημα, μάς φωνάζει όλες mademoiselle). Μου εδιάβασαν την έκθεσή σας (Α, τον πονηρό, καταλαβαίνει ελληνικά και καμώνεται πως δεν ξέρει γρυ!). Παρακαλώ να διαβιβάσετε τα συγχαρητήριά μου εις την μητέρα σας». Αχ! Μάνα, τι κουτή κόρη που έχεις! Εγώ τώρα ταίριαζε ν' απαντήσω: Σας ευχαριστώ πολύ, κ. Καθηγητά. Ναι, χωρίς άλλο θα διαβιβάσω τα συγχαρητήριά σας στη μητέρα μου. Κι' εγώ τι έκανα; Έγινα παπαρούνα, άνοιξα το στόμα μου κι' αντίς για λόγια ένας βώλος ανέβηκε στο λάρυγγά μου· κι' απ' το κάνε - κάνε να τον καταπιώ, γέμισαν τα μάτια μου δάκρυα. Καταντροπιάστηκα. Σίγουρα θα είπαν οι Καθηγηταί: Αυτή είναι που έγραψε την ωραία την έκθεση!;
- Ο Καθηγητικός Σύλλογος, μου λέει, απεφάσισε να περιληφθεί η έκθεσίς σου εις το πρόγραμμα της μεθαυριανής τελετής, που γίνεται κατ' έτος επί τη αναγγελία των αποτελεσμάτων. Θα την διαβάσεις εις επήκοον των γονέων και των προσκεκλημένων.
Χάρηκα, μητέρα μου, χάρηκα πολύ. Τώρα μη με νομίσεις καμμιά ξιπασμένη, καμμιά εγωίστρια που πήρε ο νους της αέρα από τους επαίνους. Όχι. Αυτή είναι η δική σου η έκθεση, αφού δική σου είναι η στοργή. Κι' εγώ θα τη διαβάσω στην τελετή της βαθμολογίας. Δυο μήνες τώρα την ετοιμάζουμε αυτή την γιορτή. Θα τραγουδήσουμε το Λάργκο του Χαίντελ και κομμάτια από το Λοέγκριν. Κάθε χρόνο γίνεται και πιο λαμπρή. Δεν ήρθες ποτέ σου να την ιδείς. Και πού αδειάζεις εσύ; Σε ποια γιορτή πηγαίνεις; Μόλις τη Μεγάλη Πέμπτη στα Δώδεκα Ευαγγέλια... Ούτε την αίθουσα δεν είδες. Μπαίνεις μέσα κι' έτσι ψηλή, λουσάτη, επίσημη σαν τη βλέπεις σε πιάνει θάμπος. Κατάντικρά σου η εικόνα του ιδρυτή σε κοιτάζει και παρέκει ο Πατριάρχης ολόσωμος, όλο μεγαλοπρέπεια, με το εγκόλπιο στο στήθος, στέκεται και θαρρείς πως τον ακούς να σου λέει: Σεβασμός!
Λοιπόν, μητέρα, σ' αυτή την αίθουσα, αύριο Κυριακή θα σταθώ στη μέση με το τετράδιό μου στο χέρι· όλα τα μάτια θα με κοιτάζουν, μα εγώ δε θα τα χάσω, όσο δειλή κι' αν είμαι. Θα σταθώ και θα διαβάσω τα λόγια που κανονάρχισε η αγάπη σου. Αυτό το δώρο, τα σα εκ των σων, έχω να σου χαρίσω, για να χαρείς μια φορά κι' εσύ, που δε χάρηκες ποτέ στη ζωή σου».
Αυτά θα της πω. Κι' εκείνη θα πιάσει μες στα δυο της χέρια το πρόσωπό μου, θ' ακουμπήσει τα χείλη της στο μάγουλό μου και θα μου πει μ' εκείνη τη ζεστή τρυφερή φωνή της: Κορίτσι μου, κορίτσι μου! Κι' ο πατέρας σαν το μάθει...
- Σφυρίζει το πλοίο. Ω, φτάσαμε!
Εμείς οι δυο κι' ένας άγνωστος κύριος είμαστε οι μόνοι που βγαίνουμε στην ξύλινη αποβάθρα του χωριού. Τι ερημία! Αυτό είναι το γελαστό μας το χωριό που νύχτες και νύχτες στη σειρά το βλέπω στον ύπνο μου! Άλλοτε σαν ερχόμουν, όλη η παρέα κατέβαινε να με καλωσορίσει. Δεν ήξερα ποιον να πρωτοφιλήσω.
Στο δρόμο, ψυχή! Σίγουρα είναι η βροχή! Στάζει πάντα ακούραστη κι' ανελέητη, έτσι που με πιάνει τρόμος μην τάχα ξεχαστεί και πάει κλαίοντας ως τη συντέλεια του κόσμου. Περνώ το χέρι μου στο μπράτσο της θείας.
- Ακουμπείστε επάνω μου. Θα κουραστείτε.
Ο δρόμος ανεβαίνει απότομα στενός, σφιγμένος ανάμεσα σε δυο σειρές ξύλινα σπίτια. Να οι δυο λεύκες της εκκλησίας. Μέσα στη θολούρα ξεχωρίζω την κορφή τους να σιέται. Είναι πιο ψηλές κι' απ' το καμπαναριό κι' απ' όλα τα δέντρα του χωριού μου. Μια καμπάνα χτυπά.
- Α! πετιέται η θεία κι' αφήνει το μπράτσο μου.
- Μπορεί να 'ναι σήμερα καμμιά γιορτή...
- Ακούς! Ξαναχτυπά. Δεν είναι γιορτή.
Ορμά τον ανήφορο τρεχάτη.
- Θεία, θεία! Ακούω τη λαχανιασμένη της ανάσα.
Η καμπάνα χτυπά αργά, επίσημα κι' ανάμεσα σταματά όπως στις κηδείες.
Το παιδί του φαρμακείου, που όρθιο πίσω από τη τζαμόπορτα μάς κοίταζε, γυρίζει και κάτι λέει σ' ένα διπλανό του.
Σφυρίζει η πνοή στο λάρυγγά μου. Σε λίγο, να, στο στρίψιμο θα φανεί το σπίτι μας. Στο παράθυρο της καμαρίτσας, στο ισόγειο θα ιδώ να ξεχωρίζει το κεφαλάκι της Τάνιας μας, όλο μπούκλα απανωτή. Μόλις με πάρει το μάτι της θα βγάλει μια φωνή:
- Μαμά έλα να ιδείς ποιος έρχεται! Και θα τρέξει ν' αγκαλιάσει τα γόνατά μου.
- Για πες μου καλωσόρισες.
- Καλωθόριθεθ, θα πει γελώντας με το κουτσοδόντικο στοματάκι της.
Η πόρτα μας είναι ορθάνοιχτη. Στο παράθυρο της καμαρίτσας, στο ισόγειο, δε φαίνεται το σγουρό κεφάλι της Τάνιας μας. Μια φλόγα... ένα κερί βλέπω αναμμένο κάπου κοντά εκεί δίπλα.
Κάποια φωνή ακούεται από μέσα:
- Νάτες, έρχονται, πρόλαβαν...
Τρία σκαλοπάτια. Τρία σκαλοπάτια με χωρίζουν απ' την πόρτα του σπιτιού μου. Θεέ μου! Δος μου τη δύναμη να τα διαβώ. Βλέπω τη μάνα να βγαίνει από την κάμαρα. Το μαύρο μαντήλι κατεβαίνει ως τα φρύδια της.
- Κορίτσι μου, κορίτσι μου... κι' η φωνή της πνίγεται. Ως την τελευταία του την ώρα σε περίμενε. Κοιτούσε κατά την πόρτα και σε περίμενε...
Δελή Υπατία
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ
(Ε.ΚΕ.ΒΙ.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου