Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2021

Η ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΚΤΗΝΟΥΣ

   ... Στην αφετηρία...
 
   Το διήγημα του Πάνου Καρνέζη «Η μέρα του κτήνους» από τη συλλογή «Μικρές Ατιμίες» (Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003) διαδραματίζεται σ' ένα ανώνυμο ελληνικό χωριό, πιθανόν στη δεκαετία του '50, ίσως και πιο παλιά ακόμη, αν λάβουμε υπόψη κάποιες κειμενικές αναφορές, όπως για παράδειγμα αυτή για «τον πόλεμο που απελευθέρωσε εκείνα τα μέρη». Ωστόσο, ελάχιστη σημασία έχει αυτό, καθώς το χωριό θα μπορούσε να λέγεται «Μακόντο» κι οι ήρωές του να έχουν ξεπηδήσει από τις σελίδες των λατινοαμερικάνων συγγραφέων του μαγικού ρεαλισμού, μόνο που αυτός ο μαγικός ρεαλισμός αποκτά ποιότητα και χαρακτηριστικά αμιγώς ελληνικά, ως προς τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων λογουχάρη. Αλλά κι αυτοί πάλι οι ήρωες και οι καταστάσεις που βιώνουν «ισορροπούν» ανάμεσα σε μια πραγματικότητα ρεαλιστική, καθημερινή και κάποτε ωμή κι ένα άγγιγμα μαγείας και λυρισμού, ενώ το στοιχείο της «ιστορικότητας» συμπορεύεται με το παραμυθικό, σουρεαλιστικό στοιχείο. 
   Ο κεντρικός ήρωας, ο γαιοκτήμονας, είναι ο σχηματικός τύπος του αρχετυπικά «κακού», του σκληρού εκμεταλλευτή όλων εκείνων που βρίσκονται στο έλεός του ή στην δικαιοδοσία του ως «κτηματική» του περιουσία, του σκληρού κι ανάλγητου και χωρίς συναισθηματικές ρωγμές ανθρώπου, που ούτε καν ο έρωτας προς τη νεαρή του σύζυγο, την οποία, μετά τον πρώτο ενθουσιασμό, την αντιμετωπίζει ως αναπαραγωγική «μηχανή»- κατορθώνει να ραγίσει το κουκούλι της σκληρότητάς του. Όταν η γυναίκα θ' αποτύχει να κάνει τη «δουλειά» για την οποία την πήρε -με δική του υπαιτιότητα ωστόσο- δε θα διστάσει να την σκοτώσει χωρίς να κατηγορηθεί γι' αυτή του την «ατιμία» που καθόλου «μικρή» δεν είναι. Στο τέλος, πάντως, θα λάβει την τιμωρία του μ' έναν τρόπο αναπάντεχο, που θυμίζει τόσο αρχαίους τραγικούς όσο και Μάρκες.
 
 ✲
   
    Ο μαέστρος σήκωσε την μπαγκέτα του κι αμέσως το πένθιμο εμβατήριο άρχισε. Κατεβαίνοντας το χωματόδρομο προς το νεκροταφείο, με τις διαλυμένες μπλε στολές τους που κρατιόνταν με παραμάνες, τις σχισμένες επωμίδες, τα πηλήκια με τα μαδημένα λοφία και τα στραπατσαρισμένα όργανα οι μουσικοί έμοιαζαν με στρατό σε οπισθοχώρηση. Πίσω τους περπατούσαν οι τέσσερις βαστάζοι με το φέρετρο στους ώμους, που είχε κατασκευαστεί βιαστικά και μύριζε ακόμα βερνίκι, ακολουθούσε ο παπάς κουνώντας το θυμιατό κι από πίσω ο υπόλοιπος κόσμος, ντυμένος στα μαύρα. Όλα τα παιδιά, υποχρεωμένα από τους γονείς τους να έρθουν, είχαν σχηματίσει ένα κοπάδι που το φύλαγαν τσοπανόσκυλα. Τελευταίοι, πασχίζοντας να μη μείνουν πίσω, προχωρούσαν ο δικηγόρος Ζαχαρίας κι ο γιατρός Παντελέων, φορώντας ο τελευταίος το φράκο του με το άδειο μανίκι καρφιτσωμένο στην τσέπη του στήθους. Ήταν μια σεμνή πομπή.
   Νωρίτερα το πλήθος είχε παρακολουθήσει την πιο λαμπρή λειτουργία στην εκκλησία του Αγίου Τιμοθέου, κάτω απ' τον τρούλο, που στον τελευταίο σεισμό είχε πέσει η τοιχογραφία του Παντοκράτορα, και μπροστά απ' το φτηνό τέμπλο από κοντραπλακέ με τις εικόνες των Αποστόλων. Μόνο το μισό χωριό χώρεσε στην εκκλησία. Οι υπόλοιποι κάθισαν στην αυλή με τα κυπαρίσσια, απ' όπου άκουσαν τη νεκρώσιμη ακολουθία σιωπηλά, πριν κάνουν στην άκρη για να περάσει το φέρετρο, ενώ ο κωδωνοκρούστης χτυπούσε την καμπάνα μ' ένα ξύλινο σφυρί, γιατί της έλειπε το γλωσσίδι. Ήταν μια ζεστή ανοιξιάτικη μέρα με λίγο αέρα, που μετέφερε τη χροιά του θανάτου πέρα απ' τα άδεια σπίτια του χωριού, μέχρι τους στάβλους του υποστατικού, το οποίο απλωνόταν κατά μήκος της κοιλάδας. Εκείνα τα κτίρια ήταν επίσης άδεια, ενώ κανείς δε φαινόταν ούτε στα οργωμένα χωράφια. Όλοι ήταν στην κηδεία: την προηγουμένη ο γαιοκτήμονας είχε πεθάνει στο μωσαϊκό της εκκλησίας κάτω απ' το βλέμμα των κολίγων του.
   Κατέβηκε στην Κόλαση, φωνάζοντας μάταια «Βοήθεια» κι είχε αφήσει πίσω του, να επιπλέουν σε λίμνες αίματος, τα υπολείμματά του σε σωρούς από κόκαλα κι εντόσθια και το κατασπαραγμένο κουφάρι του πολυαγαπημένου του πόιντερ.
   Αυτός ο άνθρωπος είχε προκαλέσει στο χωριό περισσότερη δυστυχία από οποιονδήποτε χειμώνα ή ξηρασία, γιατί είχε έναν άσβεστο πόθο, να τιμωρεί χωρίς επιλογή. Όχι μόνο αντιμετώπιζε τα ασήμαντα και σοβαρά εγκλήματα με την ίδια σκληρότητα, αλλά κάθε φορά διάλεγε επιπλέον δέκα χωρικούς στην τύχη και τους μαστίγωνε κι αυτούς, επειδή είχε διαβάσει κάπου πως στην πραγματικότητα ήταν η κοινωνία υπεύθυνη για την εγκληματικότητα κι ότι ο ίδιος ο εγκληματίας ήταν μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Απολάμβανε πάντα τη διαβολική του φήμη, αλλά μόνο όταν συνάντησε την αγάπη της ζωής του ανακάλυψε και την κλίση του για φόνο.
   Είχαν γνωριστεί σε μια άλλη πόλη, όπου ο γιαιοκτήμονας είχε προσκληθεί ως κριτής σ' ένα διαγωνισμό ομορφιάς. Αποφάσισε να την κάνει δική του τη στιγμή που μέτρησε τους γοφούς της με τη μεζούρα και τους βρήκε τέλειους να παραγάγουν το διάδοχό του. Εκείνη, με τη σειρά της, τον άφησε να τα καταφέρει, όταν είδε το πουγκί κάτω απ' το πουκάμισο, τα περιεχόμενα του οποίου εκείνος προθυμοποιήθηκε να ξοδέψει σε σαμπάνια. Παντρεύτηκαν μέσα σε μια εβδομάδα κι ακολούθησε ένας ολόκληρος χρόνος του μέλιτος στην πρωτεύουσα, όπου η νύφη ικανοποίησε τον παμφάγο πόθο της για το θέατρο: της άρεσαν τα πάντα, από τις αρχαίες τραγωδίες μέχρι τις μαριονέτες. Στο ίδιο διάστημα, η σχέση τους ανέπτυξε τα πρώτα σημάδια τρυφερότητας, που θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί σε αληθινή αγάπη αν το ζευγάρι δεν είχε επιστρέψει στο χωριό κατόπιν επιμονής του γαμπρού. Τα αισθήματα της νύφης άρχισαν να αλλάζουν τη στιγμή που, έχοντας ανοίξει με κόπο δρόμο μέσα από μια ομάδα χωρικών που κουβαλούσαν δεμένα κοτόπουλα κι έσπρωχναν να ανέβουν στο τρένο, πάτησε μια κοπριά από αγελάδα στην αποβάθρα του σταθμού.
   Το αρχοντικό ήταν μια ακόμη μεγαλύτερη απογοήτευση. Πριν την άφιξή της οι μόνες εργασίες που γίνονταν σ' αυτό ήταν στη στέγη: την επισκεύαζαν κάθε φορά που ξέμεναν από κατσαρόλες για το μαγείρεμα επειδή όλες μάζευαν το νερό που έσταζε από τις τρύπες. Αμέσως μόλις ο γαιοκτήμονας πέρασε το κατώφλι με τη νύφη στα χέρια, σύμφωνα με μια ξένη παράδοση, η γυναίκα είδε το κρεβάτι τους. Ήταν το κρεβάτι που γεννήθηκε αυτός και στο οποίο οι γονείς του ήταν ξαπλωμένοι όταν είχαν διασχίσει ο ένας μετά τον άλλο, με διαφορά έξι μόνο μήνες, το Ρουβίκωνα για τον άλλο κόσμο. Το κρεβάτι ήταν κάποτε ένα ξύλινο κάρο που είχαν αφαιρεθεί οι άξονες κι οι τροχοί κι είχαν τοποθετηθεί πάνω του ένα στρώμα, παραγεμισμένο με παλιές εφημερίδες. Το σαράκι είχε αφήσει περισσότερες τρύπες απ' όσες έχει ένα κομμάτι σπόγγος κι έτριζε τόσο πολύ που το ζευγάρι δεν μπορούσε να κάνει έρωτα δίχως οι υπηρέτες να μαντεύουν τις λεπτομέρειες της ένωσής τους. Η νύφη κοίταξε το κρεβάτι που η καμαριέρα είχε ακουμπήσει έναν άσπρο κρίνο.
   «Καλό αστείο κι αυτό», είπε κι άρχισε να γελά με την καρδιά της. Αλλά όταν η γυναίκα συνειδητοποίησε πως πράγματι κοιτούσε το προαιώνιο σύμβολο του υμέναιου και πως δεν ήταν μια φάρσα του άντρα της, σχολίασε ψυχρά: «Αυτή η φάτνη ταιριάζει μόνο στα ψωριάρικα γελάδια σου».
   Θα είχε σκεφτεί καλύτερα πριν το πει αυτό, αν ήξερε πως τα μαρούλια στο χωράφι έξω απ' το παράθυρο ποτίζονταν τακτικά με το αίμα ανθρώπων που είχαν ξεστομίσει μικρότερες προσβολές. Όμως, ο γαιοκτήμονας, σφίγγοντας τα δόντια, απλά απάντησε:
   «Σε συγχωρώ, αγάπη μου, αλλά μόνο γιατί είσαι η μέλλουσα μητέρα του γιου μου».
   Το μωρό που και οι δύο ήξεραν πως κουβαλούσε μέσα της όχι μόνο την έσωσε απ' την τιμωρία σ' εκείνη την περίπτωση, αλλά επίσης έκανε το γαμπρό να της υποσχεθεί πως θα αγόραζε καλύτερο κρεβάτι το συντομότερο. Η ευκαιρία δόθηκε μια εβδομάδα αργότερα, όταν ένας εξόριστος βασιλιάς με την ακολουθία του σταμάτησαν στο χωριό για να επισκευάσουν το τρύπιο ψυγείο της Πακάρ του. Η νύφη πρόσεξε το πελώριο κρεβάτι με σκεπή στην καρότσα ενός απ' τα φορτηγά με τα βασιλικά υπάρχοντα που είχαν διασώσει οι βαλέδες πριν εγκαταλείψουν το παλάτι. Ο γαιοκτήμονας πήγε στο καφενείο να συζητήσει το θέμα με τον έκπτωτο μονάρχη. Αποδείχτηκε ευκολότερο απ' ό,τι νόμιζε.
   «Παρ' το δωρεάν», είπε ο βασιλιάς. «Αλλά θα πρέπει να σε προειδοποιήσω πως αυτό το κρεβάτι προκαλεί εφιάλτες». 
   Ο γαιοκτήμονας κέρασε το βασιλιά και τη συνοδεία του ποτά.
   «Μεγαλειότατε, υπάρχει θεραπεία γι' αυτούς. Ο πατέρας μου, ο ιδιοκτήτης αυτού του υποστατικού, βασανιζόταν για χρόνια απ' το συνεχή εφιάλτη της χρεοκοπίας».
   Ο βασιλιάς έσκυψε προς το μέρος του.
   «Θεραπεύτηκε με ύπνωση;» ρώτησε.
   «Όχι, μεγαλειότατε. Με δηλητηρίαση των δανειστών του».
   Ο  βασιλιάς αναστέναξε.
   «Στη δική μου περίπτωση θα έπρεπε να δηλητηριάσω ένα ολόκληρο έθνος».
   Το θέμα του κρεβατιού είχε τακτοποιηθεί. Παρέμενε το ερώτημα του φύλου του μωρού: ο γαιοκτήμονας ήταν αποφασισμένος πως ο γόνος του θα ήταν αγόρι.
   Θα μπορούσε να είχε συμβουλευτεί τον κύριο Παντελέοντα, το μόνο γιατρό σε όλη την κοιλάδα, αν οι δυο τους δεν ήταν θανάσιμοι εχθροί. Πριν από πολλά χρόνια, όταν είχε κηρυχθεί ο πόλεμος που προσάρτησε την περιοχή στην πατρίδα, ο ιδεαλιστής γιατρός είχε εγκαταλείψει αμέσως τις σπουδές του και κατατάχθηκε στο πεζικό. Ήταν καλός στρατιώτης, αλλά ο νεανικός του ηρωισμός τού στοίχισε ακριβά: κατά τη διάρκεια της τελευταίας απελπισμένης αντεπίθεσης του εχθρού η σπάθα ενός καβαλάρη είχε ακρωτηριάσει το αριστερό του χέρι απ' τον ώμο. Ήταν μια ατυχία που τον καταδίκασε σε κάτι περισσότερο απ' την ταλαιπωρία μιας αναπηρίας. Στο μικρό δάχτυλο του αριστερού χεριού φορούσε το μέλλον τν σπουδών του: ένα χρυσό δαχτυλίδι με ρουμπίνι είκοσι επτά καρατίων που είχε κληρονομήσει απ' τον παππού του. Αμέσως μετά την έξοδό του απ' το νοσοκομείο επέστρεψε στο χωριό, όπου ανακάλυψε πως η απελευθερωμένη γη είχε ήδη πουληθεί σε πλειστηριασμό. Επισκέφθηκε το γαιοκτήμονα για να ζητήσει άδεια να ψάξει τη γη για το δαχτυλίδι, το οποίο θα έπρεπε να ήταν ακόμα πάνω στο κομμένο χέρι κάπου εκεί στο χώμα.
   «Από δω, παιδί μου», είπε ο γαιοκτήμονας κι έκανε νόημα στο γιατρό να τον ακολουθήσει.
   Στο κελάρι ο νεαρός άντρας ήρθε αντιμέτωπος με μια τέτοια μακάβρια μυρωδιά που δεν είχε μυρίσει ποτέ στο μάθημα ανατομίας. Καθώς τα μάτια του συνήθισαν το σπηλαιώδες σκοτάδι, φωτισμένο μόνο από έναν πυρσό στον τοίχο, διέκρινε ράφια που έγερναν κάτω απ' το βάρος αμέτρητων κουτιών. Όταν πλησίασε κρατώντας τη μύτη του, είδε πως τα κιβώτια έγραφαν ΔΑΧΤΥΛΑ, ΠΟΔΙΑ, ΓΕΝΝΗΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ Κ.ΛΠ. Στην κάβα του κρασιού, στον απέναντι τοίχο, αντί για μπουκάλια υπήρχαν ανθρώπινα μέλη διάφορων μεγεθών ακόμα καλυμμένα με κουρέλια από στολές, ξεραμένο αίμα και σάπια σάρκα. Εκείνη τη στιγμή τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και σκόνταψε σ' ένα σάκο από λινάτσα, απ' όπου αμέσως κύλησε ένα κομμένο κεφάλι με το χαρακτηριστικό τσιγκελωτό μουστάκι του διοικητή του λόχου του κι εξαφανίστηκε σε μια σκοτεινή γωνία εκείνου του ερέβους.
   «Είσαι τυχερός», ακούστηκε ο γαιοκτήμονας πίσω του. «Είχα σκοπό να τα θάψω, αλλά δεν έχω βρει ακόμα την ευκαιρία».
   Ήταν αρκετό για το γιατρό να ψάξει μερικά κουτιά για να καταλάβει το λόγο για τη συλλογή μιας τέτοιας μακάβριας λείας: δεν υπήρχαν δαχτυλίδια στα δάχτυλα ούτε χρυσά δόντια στα στόματα ούτε κανένα ρολόι δεμένο σε χέρι. Στράφηκε οργισμένος στο γαιοκτήμονα.
   «Όχι μόνο οι φαντάροι μας πέθαναν για να αγοράσεις αυτή τη γη για ένα κομμάτι ψωμί», τον κατηγόρησε, «αλλά τους λήστεψες κι απ' τα προσωπικά τους αντικείμενα, που ανήκουν δικαιωματικά στις οικογένειές τους».
   Ο γαιοκτήμονας δεν ταράχτηκε.
   «Έπρεπε με κάποιον τρόπο να πληρώσω το μνημείο που προσφέρθηκα να χτίσω εις μνήμην των νεκρών», δικαιολογήθηκε. 
   Ήταν προσβολή στους ήρωες. Ο γιατρός Παντελέων έφυγε, ελπίζοντας να μην ξαναδεί το γαιοκτήμονα ποτέ στα μάτια του. Χωρίς το δαχτυλίδι αναγκάστηκε όχι μόνο να εγκαταλείψει το όνειρό του να ειδικευτεί στην αναισθησιολογία, αλλά ακόμα και να τελειώσει αυτή την ιατρική σχολή. Αυτός ήταν ο λόγος που επέστρεψε στο χωριό, ένα μέρος όπου κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει τη διαφορά ανάμεσα στο βραβείο απ' το διαγωνισμό ψαρέματος που κατέληξε να κρεμάσει στον τοίχο και τον πάπυρο του πανεπιστημιακού διπλώματος. Έπειτα από καιρό είδε το δαχτυλίδι του στο παχύ δάχτυλο του γαιοκτήμονα.
   «Είναι αρχαίο οικογενειακό μας κειμήλιο, γιατρέ», αποκρίθηκε πονηρά ο γαιοκτήμονας.
   Ο γιατρός Παντελέων έχασε την ψυχραιμία του.
   «Μια απ' αυτές τις μέρες θα πεθάνεις ουρλιάζοντας “βοήθεια”. Όμως, εκτός κι αν το χέρι μου έχει φυτρώσει πάλι μέχρι τότε, δεν πρόκειται να λάβεις χείρα βοηθείας από μένα».
   Από εκείνη τη μέρα ο γαιοκτήμονας δεν επισκέφτηκε ξανά το γιατρό. Αντί γι' αυτόν, συμβουλευόταν έναν πλανόδιο βοτανολόγο. Αυτόν πήγε να δει ο γαιοκτήμονας και για το ζήτημα του μωρού.
   «Ετελέσθη η συνουσία κατά τη διάρκεια πανσελήνου;» ρώτησε ο ειδικός.
   Ο γαιοκτήμονας έξυσε το κεφάλι. Η αλήθεια ήταν πως ο ερωτικός παροξυσμός εκείνης της εποχής τον εμπόδιζε να θυμηθεί οτιδήποτε απ' τις μέρες του μέλιτος, εκτός απ' το κορμί της νύφης. Άλλωστε, κατά τη διάρκεια εκείνου του χρόνου, οι ερωτικές συνευρέσεις του ζεύγους διακόπτονταν μόνο για να παρακολουθήσουν οι δυο τους κάποιο θεατρικό έργο ή όταν, εξαντλημένοι απ' τον έρωτα, λιποθυμούσαν ο ένας στα χέρια του άλλου.
   «Δεν είμαι σίγουρος για το φεγγάρι», απάντησε ο γαιοκτήμονας με ονειροπόλα έκφραση. «Σίγουρα όμως θυμάμαι αστέρια».
   Το ημερολόγιο επιβεβαίωσε πως υπήρχε πολύ μικρή πιθανότητα να ήταν πανσέληνος.
   «Θα είναι δύσκολο», παραδέχτηκε ο βοτανολόγος. «Η μόνη μας ελπίδα είναι τώρα η επιστήμη των φαρμάκων».
   Εκείνη τη στιγμή υπογραφόταν η θανατική καταδίκη του αγέννητου μωρού. Στους μήνες που ακολούθησαν, ο γαιοκτήμονας ανάγκασε τη γυναίκα του να πιει τόσο πολλά αφεψήματα μανδραγόρα που απέβαλε. Το νεκρό έμβρυο ήταν πράγματι αρσενικό. Ήταν μια συμφορά που ο γαιοκτήμονας προκάλεσε ολομόναχος και που θα έκανε κάποιον άλλο να αλλάξει τακτική και να αρχίσει μια καινούργια ζωή με ταπεινοφροσύνη και μετάνοια. Αυτόν, αντίθετα, τον έκανε να παραιτηθεί απ' το δικαίωμα να ξαναγαπήσει ποτέ ανθρώπινο πλάσμα. Καθώς έριχνε την τελευταία φτυαριά στο μικρό τάφο, είχε ήδη αποφασίσει να κάνει τη γυναίκα του να πληρώσει για το θάνατο του γιου του.
   «Οφθαλμόν αντί οφθαλμού», μουρμούρισε, παίρνοντας το δρόμο προς το αρχοντικό του. 
   Υπήρχε ένας δικηγόρος στο χωριό που θα μπορούσε να είχε σώσει τη γυναίκα, αλλά ήταν ένας μέθυσος που έτρεμε από φόβο στη θέα της σκιάς του γαιοκτήμονα. Παρ' όλα αυτά, η γυναίκα πήγε κρυφά να τον δει. 
   «Θέλω να κάνω αίτηση διαζυγίου».
    Ο δικηγόρος Ζαχαρίας είχε μόλις επιστρέψει από μια κοντινή πόλη, όπου είχε υπερασπίσει ένα φαρμακοποιό στη μακροχρόνια διαμάχη του μ' ένα γείτονα. Επρόκειτο για την ιδιοκτησία ενός μουλαριού που είχε γεννηθεί μετά τη συμπτωματική σύζευξη της φοράδας του πρώτου με το γάιδαρο του δεύτερου. Ο δικηγόρος πέτυχε μια δικαστική απόφαση υπέρ του πελάτη του κι εκείνη τη στιγμή γιόρταζε ήσυχα τη νίκη του, για την οποία ο φαρμακοποιός τον είχε πληρώσει με μια νταμιτζάνα αιθανόλη και εργαστηριακές φιάλες σε διάφορα μεγέθη.
   Ο δικηγόρος ρώτησε τη γυναίκα:
   «Με ποια δικαιολογία;» 
   «Σχεδιάζει να με σκοτώσει».
   Ο Ζαχαρίας ήταν ήδη μεθυσμένος. Το δοχείο μέτρησης στο χέρι του έτρεμε.
   «Με ποιο τρόπο;»
   «Δεν ξέρω ακόμα. Αλλά το διακρίνω στα μάτια του».
   Ο δικηγόρος έβαλε τα πόδια του πάλι στο τραπέζι και χαλάρωσε. Ήπιε άλλη μια γουλιά απ' το εργαστηριακό δοχείο.
   «Έλα πάλι όταν έχεις αποδεικτικά στοιχεία».
   Η γυναίκα σούφρωσε τα χείλη της.
   «Θα σου στείλω αντίγραφο του πιστοποιητικού θανάτου μου».
   «Αρκεί να είναι θεωρημένο από συμβολαιογράφο», απάντησε εκείνος.
   Ο δικηγόρος Ζαχαρίας δεν υπήρξε δειλός όλη του τη ζωή. Σε αντίθεση με το γιατρό, το δικό του κορνιζαρισμένο πτυχίο ήταν αυθεντικό δίπλωμα γαλλικού πανεπιστημίου, με βαθμό άριστα. Αλλά η καριέρα του δεν είχε εκπληρώσει την υπόσχεση των πανεπιστημιακών του επιδόσεων κι αυτές τις μέρες ζούσε σε κατάσταση μόνιμης αμνησίας, που συντηρούσε μια ολοένα αυξανόμενη ποσότητα οινοπνεύματος.
   Κάποτε είχε πει στην ταβέρνα, μετά το δέκατο πέμπτο ούζο, πως η πτώση του κι ο επακόλουθος ερχομός του στο χωριό προκλήθηκαν απ' το χάσιμο μιας απλής υπόθεσης. Όταν κάποιος τον ρώτησε γιατί απέτυχε, εκείνος απάντησε πικρόχολα πριν λιποθυμήσει απ' το ποτό:
   «Επειδή ο ταλαίπωρος ο πελάτης μου ήταν αθώος».
   Είχε κάνει γραφείο και σπίτι έναν εγκαταλειμμένο ανεμόμυλο στην άκρη του χωριού, που τα πτερύγιά του είχαν γίνει κάρβουνο απ' τους κεραυνούς. Κομμάτια της κωνικής σκεπής του παρασύρονταν, όταν ο άνεμος που μύριζε κοπριά φυσούσε στην κοιλάδα. Εκεί ζούσε μια ζωή ερημίτη που παρέβαινε μόνο μια φορά το μήνα, όταν επισκεπτόταν την ταβέρνα για να εφοδιαστεί κρασί και να διαβάσει τις εφημερίδες. Στην πόρτα του ανεμόμυλου και κάτω απ' την επιγραφή ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ κρεμόταν μια μεταλλική ανάγλυφη πλάκα μ' ένα διαβήτη κι ένα κουλουριασμένο φίδι που δάγκωνε την ουρά του, σύμβολο που οι χωρικοί δεν μπορούσαν να εξηγήσουν, αλλά που σήμαινε πολλά για το δικηγόρο. Είχε ασπαστεί το μασονισμό όταν ήταν ακόμα φοιτητής στη Γαλλία και υπήρξε ενεργό μέλος της στοάς του μέχρι που επέστρεψε στην πατρίδα.
   Όταν η γυναίκα του γαιοκτήμονα έφυγε κλαίγοντας απ' το γραφείο του, ο Ζαχαρίας δεν ήταν τόσο μεθυσμένος ώστε να μην αναγνωρίσει πως πρόδιδε τις ανθρωπιστικές αρχές της αδελφότητας.
   «Στην ηλικία μου χρειάζομαι τη συνείδηση όσο η μύγα την αράχνη», μονολόγησε.
   Η γυναίκα κατέρρευσε ξαφνικά ένα μεσημέρι, στο περιβόλι των εσπεριδοειδών.  Ήταν το μόνο μέρος που το άρωμα των πορτοκαλιών και των λεμονιών απάλυνε τη μυρωδιά των ζώων του υποστατικού, το μέρος όπου έβρισκε καταφύγιο απ' τον απογευματινό καύσωνα των κυνικών ημερών του Αυγούστου, απ' τα αδιάκριτα βλέμματα των εργατών κι επίσης εκεί όπου προβάριζε τους ρόλους που θα έπαιζε στη σκηνή, όταν θα έβρισκε τρόπο να κόψει το λουρί που την είχε δεμένη ο άντρας της. Η καμαριέρα βρήκε την κυρία της αργότερα το ίδιο βράδυ και την πέρασε για φάντασμα. Αμέσως έτρεξε στο σπίτι και κλειδώθηκε στην κουζίνα, μέχρι που ο γαιοκτήμονας τη διέταξε να ανοίξει και να του πει τι συμβαίνει. Την επόμενη στιγμή το αφεντικό της με μια ομάδα αντρών πήγε στο περιβόλι. Μόνο τότε κατάλαβαν την αντίδραση της καμαριέρας. Η άτυχη σύζυγός του ήταν ντυμένη με το αγαπημένο της θεατρικό κοστούμι, ένα αναγεννησιακό φόρεμα από λευκή μουσελίνα. Το κεφάλι της ήταν σκυμμένο μπροστά, αλλά το υπόλοιπο σώμα της στεκόταν ακόμα όρθιο, στηριγμένο στον άκαμπτο κορσέ και τα σιδερένια ελάσματα της φούστας της, που ο σιδεράς είχε φτιάξει γι' αυτήν επειδή δεν μπορούσε να βρει μπαλένες πουθενά σε όλο το νομό. Ήταν νεκρή. Στο χώμα, δίπλα της, υπήρχε μια παλιά έκδοση τσέπης των έργων του Μολιέρου. Ο γαιοκτήμονας έσπρωξε με το δάχτυλο τον κορμό του σώματός της και, όσο η νεκρή γυναίκα ταλαντευόταν μπρος - πίσω, σχολίασε:
   «Πάντα έμοιαζε με κούκλα, η δύστυχη».
   Ήταν ο γιατρός Παντελέων που ανακάλυψε πως ο άντρας της την είχε δηλητηριάσει σιγά σιγά, όταν μήνες αργότερα έπεσε τυχαία πάνω σ' ένα απ' τα μεταξωτά μαντίλια της που η γυναίκα συνήθιζε να ποτίζει με κολόνια: ήταν ραντισμένο με αρσενικό. Αλλά ήταν πολύ αργά να ανοιχτεί ξανά η υπόθεση, όπως διαπίστωσε ο γιατρός, όταν πήγε να συναντήσει το διοικητή της χωροφυλακής στην πρωτεύουσα του νομού.
   «Φοβάμαι πως οι λεπτομέρειες της υπόθεσης έχουν πλέον χαθεί», εξήγησε ο διοικητής ντροπιασμένος.
   «Μα πώς;»
   «Θα σας δείξω». 
   Οδήγησε το γιατρό στο υπόγειο του διοικητηρίου. Το αρχείο ήταν ένας λαβύρινθος από κελιά και χάρτινοι φάκελοι ήταν στοιβαγμένοι μέχρι το μουχλιασμένο ταβάνι, ενώ ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν η ηχώ του νερού που έσταζε και τα ποντίκια που ροκάνιζαν τις ενοχοποιητικές αποδείξεις. Μέσα στο μισοσκόταδο ο διοικητής σήκωσε τα χέρια απελπίσμενος.
   «Κάποιος τις αρχειοθέτησε», είπε.
   Εκείνη τη μέρα ο γιατρός αποφάσισε να σκοτώσει το γαιοκτήμονα. Αλλά χρειαζόταν βοήθεια. Όταν ο Ζαχαρίας συμφώνησε, οι δύο άντρες άρχισαν να καταστρώνουν το σχέδιό τους.
 
   Το κουτί της Πανδώρας που ξεκλείδωσε ο γαιοκτήμονας μετά την αποβολή του κληρονόμου του άνοιξε διάπλατα με τον ατιμώρητο φόνο της γυναίκας του. Τρόμος σκέπασε το χωριό, καθώς ο γαιοκτήμονας άρχισε να συμπεριφέρεται σαν απόλυτος μονάρχης. Ο τοπικός σταθμός της χωροφυλακής είχε μόνο ένα διεφθαρμένο ενωμοτάρχη που ο γαιοκτήμονας είχε στην τσέπη του. Ούτε οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις ποδάγρας που σύντομα τον έριξαν στο κρεβάτι δεν τον έκαναν να χαλαρώσει τη λαβή του στους κολίγους και τους άλλους χωρικούς. Χειριζόταν τις υποθέσεις του απ' το κρεβάτι με τις τέσσερις κολόνες και τη σκεπή, με τη βοήθεια των ρουφιάνων του κι ενός μπρούτζινου τηλεσκοπίου - αντίκα κι απένειμε δικαιοσύνη ανάλογα με τη διάθεσή του. Κάρφωσε έναν εργάτη σ' ένα δέντρο επειδή είχε ανοίξει ανόμοια αυλάκια, παρόλο που ο δυστυχής τον είχε προειδοποιήσει πως το αλέτρι ήταν λυγισμένο. Όταν ο παπάς ήρθε να τον ελευθερώσει τρεις μέρες αργότερα στο όνομα της επιείκειας, ο γαιοκτήμονας τον έδιωξε λέγοντας:
   «Παράτα τον ήσυχο, παπά. Δε θα είχες τώρα εσύ δουλειά αν κάποιος είχε γλιτώσει το Θεό σου».
   Άλλες συνηθισμένες του τιμωρίες ήταν το συχνό θάψιμο σφαγέων στο χοιροστάσιο με μόνο τα κεφάλια τους πάνω απ' το χώμα για να θεραπεύσει τη νωθρή τους απόδοση, ο εξαναγκασμός των θεριστών με ατρόχιστα δρεπάνια να περπατούν ξυπόλυτοι σε αναμμένα κάρβουνα και το πέταγμα γυμνών υπηρετριών στο βόθρο κάθε φορά που έβρισκε μια γυναικεία τρίχα στο χαλί.
   Οι διαταγές του γαιοκτήμονα εκτελούνταν σαν να δίνονταν από υπνωτιστή, αλλά αυτό δεν τον έκανε ποτέ να χαλαρώσει την προσοχή του. Απαιτούσε απ' το μάγειρα να δοκιμάσει πρώτος το φαγητό, αλλά και τότε δεν το έτρωγε, εκτός αν υπήρχε στο τραπέζι ένα δοχείο με σόδα ως αντίδοτο για καυστικά οξέα, ένα δοχείο καθαρτικό άλας για το μόλυβδο, ένα κομμάτι κάρβουνο για την καταπολέμηση των επιπτώσεων του κώνειου και της στρυχνίνης κι ένα μπουκάλι ελαιόλαδο σε περίπτωση που κάποιος θα προσπαθούσε να τον δηλητηριάσει με αμμωνία. Για τους πιο τολμηρούς εχθρούς του κουβαλούσε πάντα ένα δίκαννο με χοντρά σκάγια κι ένα κοντό αλλά κοφτερό μαχαίρι, κρυμμένο στη δεξιά μπότα.
 
   Το πρώτο πράγμα που έκανε ο γαιοκτήμονας μόλις ξύπνησε εκείνη τη μέρα της μοίρας του ήταν να απλώσει το χέρι και να πιάσει το κορδόνι του κουδουνιού. Όταν η καμαριέρα εμφανίστηκε στην πόρτα, της έδειξε το κλειστό παράθυρο απ' όπου ερχόταν ο θόρυβος του υποστατικού και διέταξε:
   «Βρες αυτόν τον κόκορα και κάν' τον φρικασέ για το μεσημέρι, με πατάτες και κρεμμύδια».
   Ήταν πια μιας γεωλογικής ηλικίας κι έμαθε να του αρέσει ο περιορισμός του στο κρεβάτι τόσο πολύ  που ακόμα κι όταν οι κρίσεις ποδάγρας υποχωρούσαν -όπως συνέβαινε εκείνη την εβδομάδα- προτιμούσε τα πούπουλα των μαξιλαριών του απ' το δέρμα της σέλας του: σπάνια πια διέσχιζε καβάλα το υποστατικό. Περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο τού άρεσε να ντύνεται στη βαμβακερή του ρόμπα με το κεντημένο οικόσημο δικής του επινόησης και να διαβάζει μέχρι την ώρα του φαγητού τα βιβλία που λάμβανε με το ταχυδρομείο από ένα βιβλιοπωλείο μεταχειρισμένων στην πρωτεύουσα. Εκείνη τη μέρα ήταν απορροφημένος σε μια Ιστορία της Γαλλικής Μοναρχίας, που του είχε συστήσει ο βιβλιοπώλης επειδή περιείχε λεπτομερείς περιγραφές ανθρώπινων βασανιστηρίων, όταν τον διέκοψε ο επιστάτης του, που μπήκε στην κρεβατοκάμαρα τραβώντας έναν άντρα δεμένο με χαλινάρι.
   «Αυτό το κάθαρμα κλέβει απ' την αποθήκη εδώ κι ένα χρόνο, αφεντικό», ανέφερε. 
   Ο ένοχος έτρεμε απ' το φόβο του. Το μακρύ, δεμένο με το χαλινάρι, κεφάλι του με τα μεγάλα αυτιά και τα γυαλιστερά μάτια θύμιζε αδέσποτο μουλάρι. Ο γαιοκτήμονας άφησε το βιβλίο κι έπιασε το μαστίγιο που φύλαγε πάντα κάτω απ' το κρεβάτι. Το έδωσε στον κλέφτη κι είπε:
   «Ρίξε στον επιστάτη πενήντα μία βουρδουλιές».
   Μπορεί ο γαιοκτήμονας να ήταν ένας γέρος που είχε ανάγκη τη μαγκούρα για να περπατήσει πέρα απ' το  αποχωρητήριο, αλλά δεν είχε χάσει ούτε σταγόνα απ' το ταλέντο του για απρόβλεπτες αποφάσεις.
   «Για να μάθεις να κρατάς το προσωπικό σου υπό έλεγχο», δήλωσε στον επιστάτη όταν η τιμωρία είχε ολοκληρωθεί. «Τώρα, κάνε σε αυτό τον αρουραίο ό,τι επιθυμείς».
   Ήταν η τελευταία φορά που απένειμε δικαιοσύνη.
   Τους έδιωξε αμέσως γιατί έπρεπε να ετοιμαστεί για την εκκλησία. Πολλές εβδομάδες τώρα ο παπάς τον ενοχλούσε με προσκλήσεις στη θεία ευχαριστία τις οποίες πάντα αρνιόταν.
   «Πρέπει να μεταλάβεις το σώμα και το αίμα του Ιησού», επέμεινε ο παπάς στα γράμματά του. «Θα είναι ευεργετικό και για την υγεία σου».
   «Παπά, νιώθω καλά μόνο όταν πίνω το αίμα των εχθρών μου», έγραψε στην απάντησή του ο γαιοκτήμονας. 
   Τελικά, συμφώνησε να παραστεί στη λειτουργία μόνο υπό δύο προϋποθέσεις: ότι η θρησκευτική τελετή θα γινόταν το απόγευμα, καθώς δε σηκωνόταν απ' το κρεβάτι πριν από το μεσημεριανό, ακόμα κι αν ο Θεός ο ίδιος ερχόταν να χτυπήσει την πόρτα του, κι ότι ο παπάς θα έπινε απ' το δισκοπότηρο πρώτος, σε περίπτωση που η κοινωνία ήταν δηλητηριασμένη.
   Πέντε λεπτά μετά τις τρεις ο γαιοκτήμονας έμπαινε στην εκκλησία του Αγίου Τιμοθέου μπροστά απ' τους δώδεκα επιστάτες του, σκυφτός απ' το βάρος του κυνηγετικού χιτωνίου, της γεμάτης φυσιγγιοθήκης και του δίκαννου κρεμασμένου στον ώμο. Για πρώτη φορά οι άνθρωποι του χωριού συνειδητοποίησαν πως είχε καταντήσει μια απλή αλληγορία του μίσους τους,  με τη μαγκούρα του έτοιμη να σπάσει, το φαλακρό του κεφάλι όπου μόνο τα μάτια δεν είχαν σαπίσει ακόμα και το λαιμό που έμοιαζε με το λαρύγγι ενός γύπα. Όλοι παρέμειναν σιωπηλοί όσο κοίταζε γύρω του. Στους τοίχους και στον τρούλο υπήρχαν μόνο κομμάτια απ' τις παλιές τοιχογραφίες: ο γαιοκτήμονας είχε αρνηθεί να βοηθήσει την αποκατάσταση των ζημιών του σεισμού.
   «Λοιπόν», είπε. «Ας τελειώνουμε και με αυτό».
   Δίπλα του είχε το κυνηγετικό του σκυλί. Το πόιντερ με το στρωτό άσπρο τρίχωμα και τις καφετιές βούλες σήκωσε το τετράγωνο ρύγχος του, μύρισε τον αέρα κι άρχισε να γογγύζει.
   «Είναι νευρική», σχολίασε ο γαιοκτήμονας και τη χάιδεψε στο κεφάλι. «Δεν έχει ξαναδεί τόσους άχρηστους μαζεμένους».
   Προχώρησε πάνω στο κόκκινο χαλί, απλωμένο κατά μήκος του καθολικού, και κάθισε στο δεσποτικό θρόνο. Έξι επιστάτες στάθηκαν εκ δεξιών αυτού, έξι εξ ευωνύμων κι η λειτουργία άρχισε. Ήταν μια τελετή κατά τη διάρκεια της οποίας ο παπάς διάβασε το λάθος απόσπασμα απ' τη Βίβλο, έκανε ένα κήρυγμα που δεν κατάλαβε κανείς, καθώς πηδούσε απ' το ένα θέμα στο άλλο στη μέση της πρότασης κι εκνεύρισε τον ψάλτη με το να ψάλλει σε λάθος κλίμακα. Προς το τέλος, ο παπάς έκανε την τελετή σχεδόν φάρσα, όταν, έχοντας αποσυρθεί πίσω απ' την Ωραία Πύλη, επέστρεψε κρατώντας όχι το δισκοπότηρο αλλά το μισοάδειο μπουκάλι του κόκκινου κρασιού που είχε χρησιμοποιήσει για το μυστήριο. Κι ούτε που το πήρε χαμπάρι ώσπου το σήκωσε ψηλά κι είπε:
   «Πίετε εξ αυτού πάντες».
   Τέτοια συμπεριφορά ήταν ασυνήθιστη γι' αυτόν. Εντούτοις, η λειτουργία συνεχίστηκε. Τελικά, αφού ο παπάς γεύτηκε την κοινωνία, ο γαιοκτήμονας σηκώθηκε να μεταλάβει. Τα χείλη του είχαν μόλις αγγίξει το δισκοπότηρο όταν άκουσε τις πόρτες να τρίζουν. Γύρισε και είδε τις σιλουέτες του γιατρού Παντελέοντα και του δικηγόρου Ζαχαρία στο απογευματινό φως. Πρέπει να άκουσε τότε το ρολόι της μοίρας του να χτυπά το τελευταίο του λεπτό, γιατί κοίταξε τον παπά, περιμένοντας κάποια απάντηση. Πράγματι, εκείνος έφτανε απλά να ψιθυρίσει «Ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή σου», για να καταλάβει ο γαιοκτήμονας πως αυτό ήταν το τέλος.
   Το πόιντερ τινάχτηκε όρθιο κι άρχισε να γαβγίζει. Σε λίγο ένας λύκος εμφανίστηκε στην πόρτα. Ήταν η εκδίκηση του γιατρού εκ μέρους του χωριού για όλα τα εγκλήματα του γαιοκτήμονα κι είχε πραγματοποιηθεί με τη βοήθεια του δικηγόρου: ένας τεράστιος γκριζοκίτρινος λύκος με μαύρες βούλες που οι δύο άντρες είχαν μεγαλώσει από κουταβάκι, για να διαπράξει το φόνο που κανένας στο χωριό δεν μπορούσε να φέρει σε πέρας μόνος του. Το κτήνος έτρεξε αμέσως προς την Ωραία Πύλη και πρώτα επιτέθηκε στο σκυλί που ήταν στα σκαλοπάτια, δαγκώνοντας το λαιμό του στη ρίζα κι αφήνοντάς το να ξεψυχήσει απ' την αιμορραγία στο κόκκινο χαλί, πριν έρθει η σειρά του γαιοκτήμονα. Ο γέρος έκανε ένα βήμα προς το θρόνο, αλλά το δίκαννο που είχε αφήσει πίσω του όταν σηκώθηκε να μεταλάβει δεν ήταν πλέον εκεί.
   «Μπάσταρδοι», χαμογέλασε.
   Είχε τραβήξει το μαχαίρι του απ' την μπότα, όταν το κτήνος έκλεισε τα σαγόνια του στο μπράτσο του. Ούτε ο κόσμος στα στασίδια ούτε οι δώδεκα επιστάτες του ούτε ο υπενωμοτάρχης της χωροφυλακής τον βοήθησαν. Κανένας δεν κουνήθηκε κι ούτε όταν το μεγάλο θηρίο, έχοντας κόψει το νήμα της ζωής του άντρα, έχωνε το ρύγχος του στην κοιλιά του νεκρού για να ικανοποιήσει την πείνα του. Όλοι περίμεναν να τελειώσει το μακάβριο γεύμα και, όταν ο λύκος τελικά έφυγε μ' ένα τελευταίο κομμάτι κρέας στα δόντια, μπήκαν στη σειρά κι ο ένας μετά τον άλλον πέρασαν μπροστά απ' την Ωραία Πύλη κι έφτυσαν τα ανθρώπινα απομεινάρια.
   Αργότερα, το ίδιο βράδυ, ο υπενωμοτάρχης τηλεγράφησε επειγόντως στους ανωτέρους του στην πρωτεύουσα του νομού και τους ενημέρωσε πως ένα φρικτό περιστατικό είχε μόλις συμβεί.
 
 Καρνέζης Πάνος
«Μικρές ατιμίες», Ελληνικά Γράμματα, 2003

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου